|
Οι προβλέψεις είναι
ενδεικτικές της έκτασης
του προβλήματος. Ο
δείκτης εξάρτησης
ηλικιωμένων αναμένεται
να αυξηθεί από 38%
σήμερα σε 65% μέσα στα
επόμενα 25 χρόνια,
κατατάσσοντας την Ελλάδα
μεταξύ των ευρωπαϊκών
χωρών με την υψηλότερη
δημογραφική επιβάρυνση.
Παράλληλα, σύμφωνα με
τις εκτιμήσεις του κ.
Κοτζαμάνη, μέσα στις
επόμενες τρεις δεκαετίες
ο αριθμός των
ηλικιωμένων θα αυξηθεί
κατά περίπου 700.000
άτομα, ενώ ο πληθυσμός
ηλικίας κάτω των 65 ετών
προβλέπεται να μειωθεί
κατά περίπου 2,7
εκατομμύρια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
ενίσχυση της
συμπληρωματικής
συνταξιοδοτικής
αποταμίευσης και η
αξιοποίηση της ιδιωτικής
ασφάλισης αποκτούν
μεγαλύτερη σημασία. Ένα
πρόσθετο εισόδημα πέρα
από την κρατική σύνταξη
μπορεί να συμβάλει στην
κάλυψη των αναγκών των
συνταξιούχων,
περιορίζοντας παράλληλα
την αποκλειστική
εξάρτησή τους από το
δημόσιο σύστημα.
Οι δημογραφικές πιέσεις
και το κόστος της
συνταξιοδότησης
Η χρηματοδότηση της
συνταξιοδότησης αποτελεί
μία από τις
σημαντικότερες
προκλήσεις που
συνδέονται με τη γήρανση
του πληθυσμού. Καθώς το
προσδόκιμο ζωής
αυξάνεται, οι πολίτες
καλούνται να
χρηματοδοτήσουν
περισσότερα χρόνια μετά
την αποχώρησή τους από
την αγορά εργασίας. Αυτό
σημαίνει ότι χρειάζονται
επαρκέστερους
οικονομικούς πόρους,
ώστε να διατηρήσουν ένα
ικανοποιητικό επίπεδο
διαβίωσης κατά τη
συνταξιοδότησή τους.
Η επιβάρυνση είναι
διπλή. Από τη μία
πλευρά, αυξάνονται οι
ανάγκες χρηματοδότησης
των συντάξεων και, από
την άλλη, η συρρίκνωση
του εργατικού δυναμικού
περιορίζει δυνητικά τη
βάση των ασφαλιστικών
εισφορών. Επιπλέον, η
μεγαλύτερη διάρκεια ζωής
συνεπάγεται αυξημένες
ανάγκες υγειονομικής
περίθαλψης, οι οποίες
μπορούν να επιβαρύνουν
σημαντικά τόσο τα
δημόσια οικονομικά όσο
και τους οικογενειακούς
προϋπολογισμούς.
Σημαντικές αναμένεται να
είναι και οι επιπτώσεις
στην οικογενειακή
αλληλεγγύη. Η μείωση των
γεννήσεων περιορίζει τον
αριθμό των παιδιών που
θα μπορούν να στηρίξουν
οικονομικά τους γονείς
τους σε μεγαλύτερη
ηλικία. Για όσους δεν
διαθέτουν οικογενειακό
υποστηρικτικό δίκτυο, η
ανάγκη κάλυψης του
κόστους φροντίδας μπορεί
να αποτελέσει πρόσθετη
και διαρκή οικονομική
επιβάρυνση.
Δημόσιες και ιδιωτικές
συντάξεις: Η απόκλιση σε
πραγματικούς όρους
Τα στοιχεία που
περιλαμβάνονται στο
δεύτερο τεύχος του
τριμηνιαίου δελτίου για
το ιδιωτικό χρέος στην
ελληνική οικονομία, το
οποίο εκδίδει το Ίδρυμα
Οικονομικών και
Βιομηχανικών Ερευνών
(ΙΟΒΕ) με την υποστήριξη
της CEPAL,
αναδεικνύουν τη διαφορά
μεταξύ της ονομαστικής
αύξησης των συντάξεων
και της πραγματικής
αγοραστικής τους
δύναμης.
Την περίοδο 2019-2025,
οι δημόσιες συντάξεις
αυξήθηκαν κατά 6,3% σε
ονομαστικούς όρους,
φτάνοντας τα 1.235 ευρώ,
από 1.162 ευρώ. Ωστόσο,
μετά την προσαρμογή για
τον πληθωρισμό, η εικόνα
είναι διαφορετική, καθώς
η πραγματική τους αξία
υποχώρησε κατά 11%.
Αντίθετα, οι ιδιωτικές
συντάξεις παρουσίασαν
ισχυρότερη ανθεκτικότητα
κατά την ίδια περίοδο.
Το μέσο ποσό αυξήθηκε
από 730 ευρώ σε 884
ευρώ, καταγράφοντας
ονομαστική άνοδο 21%,
ενώ σε πραγματικούς
όρους η αύξηση
διαμορφώθηκε στο 1,3%.
|
Συντάξεις,
2019-2025
|
Δημόσιες
|
Ιδιωτικές
|
|
Ποσό το 2019
|
1.162 ευρώ
|
730 ευρώ
|
|
Ποσό το 2025
|
1.235 ευρώ
|
884 ευρώ
|
|
Ονομαστική
μεταβολή
|
+6,3%
|
+21%
|
|
Πραγματική
μεταβολή
|
-11%
|
+1,3%
|
Η σύγκριση υπογραμμίζει
τη σημασία της
αγοραστικής δύναμης και
όχι μόνο των ονομαστικών
αυξήσεων κατά την
αξιολόγηση του
συνταξιοδοτικού
εισοδήματος. Παράλληλα,
αναδεικνύει την ανάγκη
διαφοροποίησης των πηγών
εισοδήματος μετά την
αποχώρηση από την
εργασία.
Η πρόκληση είναι
ιδιαίτερα σημαντική για
την Ελλάδα, καθώς το
συνταξιοδοτικό σύστημα
βασίζεται κατά περίπου
95% στον πρώτο πυλώνα,
δηλαδή στην κρατική
σύνταξη. Η μεγάλη
εξάρτηση από το δημόσιο
σύστημα καθιστά την
επάρκεια των μελλοντικών
συντάξεων κρίσιμο ζήτημα
για τα νοικοκυριά και
την οικονομία.
Τέσσερις στους δέκα
Έλληνες αποταμιεύουν για
τη σύνταξη
Παρά την αυξανόμενη
αναγνώριση της σημασίας
της αποταμίευσης και της
ασφάλισης, η Ελλάδα
εξακολουθεί να υστερεί
έναντι της υπόλοιπης
Ευρώπης ως προς την
προετοιμασία των πολιτών
για τη συνταξιοδότηση.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα
στοιχεία, μόλις τέσσερις
στους δέκα Έλληνες
αποταμιεύουν για τη
σύνταξή τους, έναντι έξι
στους δέκα στην Ευρώπη.
Η απόκλιση συνδέεται
τόσο με τους
περιορισμένους
οικονομικούς πόρους
πολλών νοικοκυριών όσο
και με την ελλιπή
ενημέρωση και την
περιορισμένη εμπιστοσύνη
προς την ιδιωτική
ασφάλιση.
Έρευνα της
Insurance
Europe
αποτυπώνει αυτή την
αντίφαση. Ενώ το 76% των
Ελλήνων εμφανίζεται
θετικό απέναντι στην
προοπτική αποταμίευσης
για τη σύνταξη, μόλις το
15% δηλώνει ότι σκοπεύει
να ξεκινήσει στο άμεσο
μέλλον.
Επιπλέον, το 17%
ενδιαφέρεται να
αποταμιεύσει, αλλά
θεωρεί ότι δεν διαθέτει
επαρκή πληροφόρηση, ενώ
το 44% θα ήθελε να
δημιουργήσει
συνταξιοδοτικό
αποθεματικό, αλλά
αδυνατεί να το κάνει
λόγω οικονομικών
περιορισμών.
Η εικόνα αυτή συνδέεται
με τη δυσκολία πολλών
ελληνικών νοικοκυριών να
καλύψουν τις τρέχουσες
ανάγκες τους, πόσο
μάλλον να δημιουργήσουν
μακροπρόθεσμες
αποταμιεύσεις. Τα
στοιχεία της
Eurostat
δείχνουν ότι η Ελλάδα
καταγράφει αρνητικό
ποσοστό αποταμίευσης,
καθώς η κατανάλωση των
νοικοκυριών υπερβαίνει
το διαθέσιμο εισόδημά
τους.
Ειδικότερα, το πρώτο
τρίμηνο του 2025 το
ποσοστό αποταμίευσης των
ελληνικών νοικοκυριών
μειώθηκε κατά 3,6%,
σημειώνοντας τη
μεγαλύτερη πτώση στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίστοιχα, για το
σύνολο του 2024 η Ελλάδα
βρέθηκε στην τελευταία
θέση, με αρνητικό
ποσοστό αποταμίευσης.
Την ίδια τάση
επιβεβαιώνουν τα
στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος. Η αρνητική
αποταμίευση των
νοικοκυριών διευρύνθηκε
το 2024, φτάνοντας στο
1,9% του ΑΕΠ, από 0,9%
το 2023.
Η Insurance
Europe
επισημαίνει την ανάγκη
ανάπτυξης στοχευμένων
πολιτικών που θα
ενισχύσουν τη
χρηματοοικονομική
ενημέρωση, θα
καλλιεργήσουν
εμπιστοσύνη και θα
διευκολύνουν την
πρόσβαση σε ασφαλή,
διαφανή και ευέλικτα
συνταξιοδοτικά προϊόντα.
Η δημιουργία ενός
πλαισίου που ενθαρρύνει
τη μακροχρόνια
αποταμίευση θεωρείται
κρίσιμη, ιδιαίτερα για
τους πολίτες που σήμερα
δεν διαθέτουν επαρκή
οικονομικά περιθώρια.
Απόσταση από την Ευρώπη
και το χάσμα της
συνταξιοδοτικής
αποταμίευσης
Το μέγεθος του
προβλήματος αποτυπώνεται
και στη σύγκριση των
αποταμιεύσεων που έχουν
συγκεντρώσει οι πολίτες
πριν από τη
συνταξιοδότησή τους.
Σύμφωνα με στοιχεία του
ΟΟΣΑ, ένας 65χρονος στη
Δανία διαθέτει
αποταμιεύσεις που
αντιστοιχούν σε εισόδημα
περίπου 28 μηνών
εργασίας. Για τον μέσο
Ευρωπαίο, το αντίστοιχο
μέγεθος διαμορφώνεται σε
οκτώ μήνες, ενώ για τον
μέσο Έλληνα που
βασίζεται αποκλειστικά
στην κρατική σύνταξη
περιορίζεται σε μόλις
πέντε ημέρες μισθού.
Η απόσταση αυτή
αναδεικνύει το έλλειμμα
μακροπρόθεσμου
οικονομικού σχεδιασμού
στην Ελλάδα και τους
κινδύνους που
δημιουργούνται όταν η
συνταξιοδοτική επάρκεια
εξαρτάται σχεδόν
αποκλειστικά από το
κράτος.
Με δεδομένη τη γήρανση
του πληθυσμού, τη μείωση
του παραγωγικού
δυναμικού και τις
πιέσεις στην αγοραστική
δύναμη των συντάξεων, η
έγκαιρη προετοιμασία για
τη συνταξιοδότηση αποκτά
ολοένα μεγαλύτερη
σημασία. Η ενίσχυση της
ιδιωτικής αποταμίευσης
και των συμπληρωματικών
συνταξιοδοτικών λύσεων
δεν αναιρεί τον ρόλο της
δημόσιας ασφάλισης, αλλά
μπορεί να συμβάλει στη
διαφοροποίηση των πηγών
εισοδήματος και στον
περιορισμό του κινδύνου
οικονομικής ανασφάλειας
κατά την τρίτη ηλικία.
|