|
Η ανατροπή της ηλικιακής
σύνθεσης δημιουργεί μια
διπλή πρόκληση: από τη
μία πλευρά, η οικονομία
θα διαθέτει λιγότερους
ανθρώπους σε παραγωγική
ηλικία και, από την
άλλη, θα πρέπει να
χρηματοδοτεί
συνταξιοδοτικές παροχές
για μεγαλύτερο αριθμό
ηλικιωμένων και για
περισσότερα χρόνια.
Μεγαλύτερη συμμετοχή των
ηλικιωμένων στην αγορά
εργασίας
Η αύξηση του προσδόκιμου
ζωής και η συρρίκνωση
του εργατικού δυναμικού
αναμένεται να οδηγήσουν
σε σημαντική ενίσχυση
της απασχόλησης στις
μεγαλύτερες ηλικίες. Η
συμμετοχή των ατόμων
ηλικίας 55-64 ετών στο
εργατικό δυναμικό
προβλέπεται να αυξηθεί
κατά 13,2 ποσοστιαίες
μονάδες έως το 2080, ενώ
ακόμη μεγαλύτερη θα
είναι η μεταβολή στην
ομάδα 65-69 ετών, όπου η
αύξηση εκτιμάται σε 35,9
ποσοστιαίες μονάδες.
Η εξέλιξη αυτή
αποτυπώνει την τάση για
μεγαλύτερη παραμονή των
εργαζομένων στην αγορά
εργασίας, καθώς η
οικονομία θα χρειάζεται
να αξιοποιεί περισσότερο
το διαθέσιμο ανθρώπινο
δυναμικό. Παράλληλα, η
σταδιακή αύξηση της
απασχόλησης σε αυτές τις
ηλικίες συνδέεται και με
την αναπροσαρμογή των
ορίων συνταξιοδότησης, η
οποία προβλέπεται από το
υφιστάμενο θεσμικό
πλαίσιο.
Ειδικότερα, η μέση
ηλικία εξόδου από την
εργασία αναμένεται να
αυξηθεί κατά περίπου 3,7
χρόνια μέχρι το 2080.
Από τα σημερινά επίπεδα,
θα φτάσει περίπου τα 66
έτη το 2040, τα 68 έτη
το 2070 και τα 68,6 έτη
το 2080.
Το προσδόκιμο ζωής και
οι γεννήσεις
Σημαντικός παράγοντας
πίσω από τις
μακροχρόνιες
δημογραφικές μεταβολές
είναι η αύξηση του
προσδόκιμου ζωής.
Σύμφωνα με την έκθεση,
το προσδόκιμο ζωής κατά
τη γέννηση στην Ελλάδα
αναμένεται να αυξηθεί
κατά 5,6 χρόνια έως το
2080, φτάνοντας τα 90,1
έτη.
Την ίδια στιγμή, ο
δείκτης γονιμότητας
προβλέπεται να
παρουσιάσει κάποια
βελτίωση, χωρίς ωστόσο
να προσεγγίσει τα
επίπεδα που απαιτούνται
για τη φυσική αναπλήρωση
του πληθυσμού. Οι
γεννήσεις ανά γυναίκα
αναμένεται να αυξηθούν
από 1,20 σήμερα σε 1,45
έως το 2080. Η άνοδος
αυτή δεν επαρκεί για να
αντιστρέψει τη
μακροχρόνια τάση
συρρίκνωσης, καθώς
παραμένει σημαντικά
χαμηλότερη από το
επίπεδο των 2,1
γεννήσεων που απαιτείται
για τη διατήρηση του
πληθυσμού χωρίς τη
συνδρομή της
μετανάστευσης.
Πώς άλλαξαν τα όρια
συνταξιοδότησης στην
Ελλάδα
Η έκθεση της Κομισιόν
καταγράφει και τις
μεταρρυθμίσεις που έχουν
πραγματοποιηθεί στο
ελληνικό συνταξιοδοτικό
σύστημα, με βασικό
σημείο καμπής τις
παρεμβάσεις του 2012 και
του 2014.
Με τις συγκεκριμένες
αλλαγές, το γενικό όριο
ηλικίας συνταξιοδότησης
αυξήθηκε από τα 65 στα
67 έτη, με ελάχιστη
προϋπόθεση τα 15 έτη
ασφάλισης. Παράλληλα, το
όριο για πρόωρη
συνταξιοδότηση
μετακινήθηκε από τα 60
στα 62 έτη, με την
προϋπόθεση συμπλήρωσης
40 ετών ασφάλισης. Σε
διαφορετική περίπτωση
προβλέπεται σχετική
ποινή.
Παραμένουν, ωστόσο,
ορισμένες περιορισμένες
εξαιρέσεις για
εργαζομένους στον
ιδιωτικό τομέα που είχαν
συμπληρώσει 25 έτη
υπηρεσίας έως το 2010,
οι οποίοι μπορούν υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις να
αποχωρήσουν πριν από τα
62 έτη.
Ένα ακόμη κρίσιμο
στοιχείο του συστήματος
είναι ο μηχανισμός
σύνδεσης των ορίων
ηλικίας συνταξιοδότησης
με το προσδόκιμο ζωής
μετά τα 65 έτη. Από το
2021, τα ελάχιστα και
νόμιμα όρια ηλικίας
προβλέπεται να
προσαρμόζονται ανάλογα
με τις μεταβολές του
συγκεκριμένου δείκτη. Η
επανεξέταση γίνεται ανά
τριετία και λαμβάνει
υπόψη τις μεταβολές σε
ακέραια έτη.
Ωστόσο, η πρώτη
προσαρμογή που είχε
προγραμματιστεί για το
2021 ακυρώθηκε, καθώς η
πανδημία της
COVID-19
είχε οδηγήσει σε μείωση
του προσδόκιμου ζωής
στην ηλικία των 65 ετών.
Στην επανεξέταση του
2024, η μεταβολή σε
σχέση με το 2010
παρέμενε μικρότερη του
ενός έτους, με
αποτέλεσμα να μην
ενεργοποιηθεί ο
μηχανισμός και να
διατηρηθούν τα γενικά
όρια στα 67 και 62 έτη.
Χαμηλές οι
μακροπρόθεσμες
αναπτυξιακές δυνατότητες
Οι επιπτώσεις της
δημογραφικής γήρανσης
δεν περιορίζονται στο
ασφαλιστικό και στην
αγορά εργασίας. Η μείωση
του διαθέσιμου εργατικού
δυναμικού αναμένεται να
επηρεάσει και τις
δυνατότητες ανάπτυξης
της ελληνικής
οικονομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
υπολογίζει ότι ο μέσος
δυνητικός ρυθμός
ανάπτυξης της Ελλάδας
έως το 2080 θα
διαμορφωθεί μόλις στο
0,8% ετησίως. Στις
παραδοχές της
περιλαμβάνεται μείωση
των συνολικών ωρών
εργασίας κατά 0,5%, η
οποία θα αντισταθμίζεται
εν μέρει από αύξηση της
παραγωγικότητας της
εργασίας κατά 1,4%.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση
αναδεικνύει τη σημασία
της παραγωγικότητας ως
βασικού αντισταθμιστικού
παράγοντα απέναντι στη
δημογραφική συρρίκνωση.
Με λιγότερους
εργαζομένους, η
διατήρηση της
αναπτυξιακής δυναμικής
θα εξαρτάται ολοένα
περισσότερο από την
αποτελεσματικότερη
αξιοποίηση του
ανθρώπινου δυναμικού,
τις επενδύσεις, την
τεχνολογία και την
αύξηση της παραγωγής ανά
εργαζόμενο.
Η δημογραφική εικόνα
στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η Ελλάδα δεν αποτελεί
μεμονωμένη περίπτωση. Η
δημογραφική γήρανση
αναμένεται να επηρεάσει
το σύνολο της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, αν και με
σημαντικές
διαφοροποιήσεις μεταξύ
των κρατών-μελών.
Ο συνολικός πληθυσμός
της ΕΕ προβλέπεται να
αυξηθεί από 452 εκατ.
άτομα το 2025 σε περίπου
453 εκατ. το 2029 και
στη συνέχεια να
υποχωρήσει στα 414 εκατ.
έως το 2080,
καταγράφοντας μείωση
περίπου 8% σε σχέση με
το 2025. Παρά τη
συνολική πτωτική τάση,
σε δέκα κράτη-μέλη ο
πληθυσμός το 2080
αναμένεται να είναι
υψηλότερος από τα
σημερινά επίπεδα.
Σε όλες τις χώρες,
ωστόσο, προβλέπεται
μετατόπιση της
πληθυσμιακής σύνθεσης
προς τις μεγαλύτερες
ηλικίες. Το ποσοστό των
ατόμων άνω των 65 ετών
στην ΕΕ θα αυξηθεί από
22% το 2025 σε 33% το
2080, ενώ η ομάδα των
ατόμων άνω των 80 ετών
θα υπερδιπλασιαστεί, από
6% σε 14%.
Αντίστοιχα, ο πληθυσμός
ηλικίας 20-64 ετών θα
μειωθεί από το 58% στο
51% του συνολικού
πληθυσμού, ενώ η διάμεση
ηλικία των Ευρωπαίων θα
αυξηθεί από τα 45 στα 51
έτη.
Η αλλαγή αυτή θα έχει
άμεση επίπτωση και στην
αναλογία μεταξύ του
πληθυσμού εργάσιμης
ηλικίας και των
ηλικιωμένων. Το 2025
αντιστοιχούσαν 26 άτομα
ηλικίας 20-64 ετών για
κάθε δέκα άτομα ηλικίας
65 ετών και άνω. Το 2080
η αναλογία αυτή
αναμένεται να έχει
υποχωρήσει σε λιγότερα
από 16 άτομα.
Στην ΕΕ, ο δείκτης
γονιμότητας προβλέπεται
να ανακάμψει από το
ιστορικά χαμηλό επίπεδο
των 1,3 γεννήσεων ανά
γυναίκα το 2024 σε
περίπου 1,5 το 2080,
παραμένοντας πάντως κάτω
από το όριο φυσικής
αναπλήρωσης του
πληθυσμού σε όλα τα
κράτη-μέλη.
Το προσδόκιμο ζωής κατά
τη γέννηση αναμένεται
επίσης να αυξηθεί
σημαντικά. Για τους
άνδρες προβλέπεται να
φτάσει τα 86 έτη το
2080, από 79 έτη το
2025, ενώ για τις
γυναίκες θα προσεγγίσει
τα 90 έτη, από 84 έτη
σήμερα. Παράλληλα, η
καθαρή μετανάστευση
εκτιμάται ότι θα
υποχωρήσει από τα υψηλά
επίπεδα των τελευταίων
ετών και θα
σταθεροποιηθεί από τη
δεκαετία του 2030 και
μετά σε περίπου 1,4
εκατ. άτομα ετησίως,
δηλαδή στο 0,3% του
πληθυσμού της ΕΕ.
Το βασικό μήνυμα της
έκθεσης είναι ότι η
δημογραφική γήρανση θα
αποτελέσει έναν από τους
καθοριστικότερους
παράγοντες για την
πορεία της ευρωπαϊκής
και ιδιαίτερα της
ελληνικής οικονομίας.
Για την Ελλάδα, η
πρόκληση είναι ακόμη
μεγαλύτερη, καθώς η
συρρίκνωση του πληθυσμού
συνδυάζεται με χαμηλή
γονιμότητα και
περιορισμένη αναπτυξιακή
δυναμική. Η αύξηση της
απασχόλησης στις
μεγαλύτερες ηλικίες και
η σταδιακή άνοδος της
ηλικίας συνταξιοδότησης
αποτελούν μέρος της
προσαρμογής, χωρίς όμως
να αρκούν από μόνες τους
για να αντιμετωπίσουν το
συνολικό πρόβλημα.


|