|
Γιατί η άνοδος των
κρατικών αποδόσεων αφορά
όλες τις επενδύσεις
Οι κρατικοί τίτλοι
αποτελούν τη βάση πάνω
στην οποία αποτιμάται
μεγάλο μέρος των
χρηματοοικονομικών
περιουσιακών στοιχείων.
Από τα στεγαστικά δάνεια
και τη χρηματοδότηση των
επιχειρήσεων έως τις
συνταξιοδοτικές
υποχρεώσεις και τις
αποτιμήσεις των μετοχών,
το κόστος δανεισμού των
κρατών επηρεάζει άμεσα ή
έμμεσα τις συνθήκες
χρηματοδότησης σε
ολόκληρη την οικονομία.
Όταν οι αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων
αυξάνονται απότομα, οι
επενδυτές απαιτούν
υψηλότερη απόδοση για να
τοποθετήσουν τα κεφάλαιά
τους. Αυτό οδηγεί σε
χαμηλότερες τιμές για τα
ήδη εκδοθέντα ομόλογα
και μπορεί να πιέσει τις
αποτιμήσεις μετοχών,
ακινήτων και άλλων
μακροπρόθεσμων
επενδύσεων.
Οι επιπτώσεις ενδέχεται
να είναι ιδιαίτερα
αισθητές σε εταιρείες
τεχνολογίας και τεχνητής
νοημοσύνης, των οποίων
οι υψηλές
χρηματιστηριακές
αποτιμήσεις βασίζονται
σε μεγάλο βαθμό στα
κέρδη που αναμένεται να
δημιουργήσουν τα επόμενα
χρόνια. Όσο υψηλότερα
είναι τα επιτόκια
προεξόφλησης, τόσο
μικρότερη είναι η
σημερινή αξία αυτών των
μελλοντικών κερδών.
Το ΔΝΤ έχει επίσης
προειδοποιήσει ότι η
άνοδος των αποδόσεων
μπορεί να απομειώσει την
αξία των κρατικών
ομολόγων που
χρησιμοποιούνται ως
εξασφαλίσεις στο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα, δημιουργώντας
πρόσθετες πιέσεις σε
τράπεζες, επενδυτικά
κεφάλαια και άλλους
χρηματοπιστωτικούς
οργανισμούς.
Ο φαύλος κύκλος που
ανησυχεί τις αγορές
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
προκύπτει από την
πιθανότητα να
δημιουργηθεί ένας
αυτοτροφοδοτούμενος
κύκλος μεταξύ του
κόστους δανεισμού και
του δημοσιονομικού
ελλείμματος.
Όσο υψηλότερες είναι οι
αποδόσεις, τόσο
μεγαλύτερες γίνονται
σταδιακά οι δαπάνες
εξυπηρέτησης του χρέους.
Εφόσον τα ελλείμματα
παραμένουν μεγάλα, οι
κυβερνήσεις χρειάζεται
να δανείζονται ακόμη
περισσότερο, αυξάνοντας
την προσφορά ομολόγων.
Αν οι επενδυτές αρχίσουν
να αμφισβητούν την
αξιοπιστία των
δημοσιονομικών σχεδίων,
ενδέχεται να απαιτήσουν
ακόμη υψηλότερες
αποδόσεις για να
αναλάβουν τον πρόσθετο
κίνδυνο.
Η δυναμική αυτή μπορεί
να επιταχυνθεί όταν οι
αγορές χάσουν την
εμπιστοσύνη τους στην
ικανότητα μιας
κυβέρνησης να
σταθεροποιήσει το χρέος
της. Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η αύξηση του
κόστους δανεισμού δεν
αποτελεί απλώς συνέπεια
του προβλήματος, αλλά
μπορεί να γίνει ένας από
τους βασικούς παράγοντες
που το επιδεινώνουν.
Βρετανία: Σε υψηλά
σχεδόν τριών δεκαετιών
οι αποδόσεις των 30ετών
ομολόγων
Η Βρετανία
συγκαταλέγεται στις
οικονομίες που
βρίσκονται στο επίκεντρο
των ανησυχιών για το
κόστος κρατικού
δανεισμού. Η απόδοση των
30ετών κρατικών ομολόγων
της χώρας, γνωστών ως
gilts,
ανήλθε στο 6,036%, στο
υψηλότερο επίπεδο από
τον Ιανουάριο του 1998.
Παράλληλα, η απόδοση του
10ετούς τίτλου κινείται
κοντά στα υψηλότερα
επίπεδα από το 2007.
Η χώρα συνδυάζει υψηλές
χρηματοδοτικές ανάγκες
με σημαντική εξάρτηση
από τις εισαγωγές
φυσικού αερίου, γεγονός
που την καθιστά ευάλωτη
σε νέες ενεργειακές
ανατιμήσεις και στην
αναζωπύρωση του
πληθωρισμού.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά
ο προϋπολογισμός που
αναμένεται να
παρουσιαστεί στις 28
Οκτωβρίου, καθώς οι
επενδυτές θα εξετάσουν
προσεκτικά τις
προβλέψεις για τα
δημόσια έσοδα, τις
δαπάνες και τον
δανεισμό.
Οι συνέπειες έχουν ήδη
αρχίσει να μεταφέρονται
στην πραγματική
οικονομία. Τα νοικοκυριά
που ανανεώνουν
στεγαστικά δάνεια
σταθερού επιτοκίου και
οι επιχειρήσεις που
αναχρηματοδοτούν τις
υποχρεώσεις τους
αντιμετωπίζουν υψηλότερο
κόστος χρηματοδότησης.
Γαλλία: Το κόστος
δανεισμού ξεπερνά εκείνο
της Ιταλίας και της
Ελλάδας
Ακόμη εντονότερες είναι
οι πιέσεις στη Γαλλία. Η
απόδοση του 10ετούς
κρατικού ομολόγου έφθασε
στο 4,92%, στο υψηλότερο
επίπεδο από το 2002, ενώ
η διαφορά απόδοσης
έναντι του αντίστοιχου
γερμανικού τίτλου
διευρύνθηκε στις 152
μονάδες βάσης, στο
μεγαλύτερο επίπεδο από
το 2011.
Η εξέλιξη είναι
ενδεικτική της μεταβολής
των ισορροπιών στην
αγορά κρατικού χρέους
της Ευρωζώνης, καθώς η
Γαλλία δανείζεται πλέον
με υψηλότερο κόστος από
την Ιταλία και την
Ελλάδα.
Το δημόσιο χρέος της
χώρας προβλέπεται να
φθάσει στο 121,7% του
ΑΕΠ, ενώ οι ετήσιες
δαπάνες για τόκους
πλησιάζουν τα 91 δισ.
ευρώ. Την ίδια στιγμή, η
πολιτική
κατακερματισμένη
κοινοβουλευτική σύνθεση
δυσχεραίνει τη
διαμόρφωση μιας σταθερής
συμφωνίας για τον
προϋπολογισμό.
Η γαλλική περίπτωση
αναδεικνύει πόσο γρήγορα
μπορεί να μεταβληθεί η
στάση των επενδυτών όταν
η πολιτική αβεβαιότητα
καθυστερεί την
αντιμετώπιση των
δημοσιονομικών
ανισορροπιών. Η
διατήρηση της
εμπιστοσύνης δεν
εξαρτάται μόνο από το
ύψος του χρέους, αλλά
και από την αξιοπιστία
των σχεδίων για τη
σταθεροποίησή του.
ΗΠΑ: Έλλειμμα έως 8% του
ΑΕΠ και αυξανόμενες
χρηματοδοτικές ανάγκες
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν
επίσης σημαντικές
προκλήσεις. Το
δημοσιονομικό έλλειμμα
κινείται στην περιοχή
του 7%-8% του ΑΕΠ, χωρίς
να διαφαίνεται ένα σαφές
και αξιόπιστο σχέδιο για
τη μείωσή του.
Με βάση τις προβολές του
ΔΝΤ, το αμερικανικό
δημόσιο χρέος αναμένεται
να ανέλθει στο 142,1%
του ΑΕΠ έως το 2031.
Παράλληλα, η απόδοση του
10ετούς αμερικανικού
κρατικού ομολόγου έφθασε
στο 5,34%, στο υψηλότερο
επίπεδο από το 2002,
έπειτα από τη μεγαλύτερη
τριμηνιαία άνοδο από το
1994, σύμφωνα με τα
στοιχεία του
δημοσιεύματος.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για τις διεθνείς
αγορές, καθώς οι
αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
αποτελούν σημείο
αναφοράς για την
αποτίμηση περιουσιακών
στοιχείων σε ολόκληρο
τον κόσμο. Η
παρατεταμένη διατήρησή
τους σε υψηλά επίπεδα
μπορεί να αυξήσει το
κόστος χρηματοδότησης
και να περιορίσει τη
διάθεση ανάληψης
επενδυτικού κινδύνου.
Ιαπωνία και Κίνα
προσθέτουν μία ακόμη
διάσταση στο πρόβλημα
Οι πιέσεις δεν
περιορίζονται στις
δυτικές οικονομίες. Στην
Ιαπωνία, η απόδοση του
30ετούς κρατικού
ομολόγου άγγιξε το
ιστορικό υψηλό του
4,24%, εξέλιξη που
αντανακλά τη μεταβολή
των συνθηκών στην αγορά
κρατικού χρέους της
χώρας.
Για την Κίνα, οι
προβολές του ΔΝΤ
τοποθετούν το δημόσιο
χρέος στο 126,8% του
ΑΕΠ.
Το κρίσιμο στοιχείο
είναι ότι η άνοδος των
αποδόσεων εκδηλώνεται
ταυτόχρονα σε πολλές από
τις μεγαλύτερες
οικονομίες του πλανήτη.
Έτσι, περιορίζονται οι
δυνατότητες των διεθνών
επενδυτών να μεταφέρουν
εύκολα κεφάλαια από μία
αγορά σε άλλη,
αναζητώντας ασφαλέστερες
τοποθετήσεις.
Περιορισμένα περιθώρια
παρέμβασης για τις
κεντρικές τράπεζες
Σε προηγούμενες
περιόδους έντονων
ανησυχιών για το δημόσιο
χρέος, οι κεντρικές
τράπεζες είχαν τη
δυνατότητα να παρέμβουν
αγοράζοντας κρατικά
ομόλογα, προκειμένου να
περιορίσουν τις πιέσεις
στις αποδόσεις και να
αποκαταστήσουν την ομαλή
λειτουργία των αγορών.
Σήμερα, ωστόσο, τα
περιθώρια ελιγμών είναι
στενότερα. Οι τιμές του
πετρελαίου πάνω από τα
100 δολάρια το βαρέλι
και οι νέες
πληθωριστικές πιέσεις
δυσκολεύουν την
επιστροφή σε μια
ιδιαίτερα χαλαρή
νομισματική πολιτική.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα δεν έχει δείξει
ιδιαίτερη διάθεση να
παρέμβει ειδικά για να
περιορίσει το κόστος
δανεισμού της Γαλλίας,
καθώς βασική
προτεραιότητά της
παραμένει η σταθερότητα
των τιμών. Στις ΗΠΑ, η
πορεία της νομισματικής
πολιτικής της
Federal
Reserve
αποτελεί έναν ακόμη
καθοριστικό παράγοντα
για τις αποδόσεις των
ομολόγων.
Η δυνατότητα των
κεντρικών τραπεζών να
αποτρέπουν κάθε απότομη
άνοδο των αποδόσεων δεν
μπορεί να θεωρείται
δεδομένη, ιδίως όταν οι
πληθωριστικές συνθήκες
περιορίζουν τα περιθώρια
χαλάρωσης.
Ο κίνδυνος μετάδοσης από
τα ομόλογα στις μετοχές
και τα συνταξιοδοτικά
ταμεία
Η άνοδος των κρατικών
αποδόσεων αποκτά
ιδιαίτερη σημασία για
τις χρηματιστηριακές
αγορές, καθώς οι
αμερικανικές μετοχές
διαπραγματεύονται κοντά
σε ιστορικά υψηλά
επίπεδα, με σημαντικό
μέρος της ανόδου να
στηρίζεται σε έναν
σχετικά περιορισμένο
αριθμό μεγάλων
τεχνολογικών ομίλων.
Όταν αυξάνεται το
επιτόκιο προεξόφλησης, η
σημερινή αξία των
μελλοντικών εταιρικών
κερδών μειώνεται. Αυτό
μπορεί να οδηγήσει σε
συμπίεση των
αποτιμήσεων, ιδιαίτερα
για εταιρείες των οποίων
η χρηματιστηριακή αξία
στηρίζεται σε προσδοκίες
για ισχυρή ανάπτυξη στο
μέλλον.
Αντίστοιχες πιέσεις
μπορούν να εμφανιστούν
στην αγορά ακινήτων και
σε άλλες επενδύσεις
μακράς διάρκειας.
Παράλληλα, η πτώση των
τιμών των ομολόγων
ενδέχεται να προκαλέσει
προβλήματα ρευστότητας
σε φορείς που τα
χρησιμοποιούν ως
εξασφαλίσεις.
Η κρίση των βρετανικών
συνταξιοδοτικών ταμείων
το 2022 αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα. Η απότομη
υποχώρηση των τιμών των
κρατικών ομολόγων
οδήγησε σε απαιτήσεις
πρόσθετων εξασφαλίσεων,
αναγκάζοντας ορισμένα
κεφάλαια να πουλήσουν
περιουσιακά στοιχεία για
να καλύψουν τις ανάγκες
τους. Η αναγκαστική αυτή
ρευστοποίηση μπορεί να
μεταφέρει την πίεση από
την αγορά ομολόγων σε
άλλες κατηγορίες
επενδύσεων.
Οι επόμενες εβδομάδες θα
δοκιμάσουν τις αντοχές
των αγορών
Το επόμενο διάστημα
συγκεντρώνει αρκετούς
παράγοντες που ενδέχεται
να ενισχύσουν τη
μεταβλητότητα. Στο
επίκεντρο βρίσκονται ο
βρετανικός
προϋπολογισμός, η
επόμενη απόφαση της
Federal
Reserve,
οι διαπραγματεύσεις για
τον γαλλικό
προϋπολογισμό και οι
προγραμματισμένες
εκδόσεις μακροπρόθεσμων
ομολόγων στις ΗΠΑ, τη
Βρετανία και την
Ιαπωνία.
Η παρουσίαση αξιόπιστων
σχεδίων για τον
περιορισμό του δανεισμού
θα μπορούσε να συμβάλει
στην αποκλιμάκωση των
πιέσεων. Αντίθετα, η
απουσία συγκεκριμένων
μέτρων ενδέχεται να
ενισχύσει την απαίτηση
των επενδυτών για
υψηλότερες αποδόσεις,
αυξάνοντας περαιτέρω το
κόστος εξυπηρέτησης του
χρέους.
Για τους επενδυτές, το
δημόσιο χρέος παύει να
αποτελεί ένα ζήτημα που
αφορά αποκλειστικά τις
κυβερνήσεις και τη
δημοσιονομική πολιτική.
Η πορεία των κρατικών
ομολόγων επηρεάζει τις
αποτιμήσεις, το κόστος
δανεισμού, τη
χρηματοδότηση των
επιχειρήσεων, τα
συνταξιοδοτικά
χαρτοφυλάκια και τις
στεγαστικές υποχρεώσεις
των νοικοκυριών.
Το ζητούμενο δεν είναι
μόνο πόσο χρέος
συσσωρεύουν οι
μεγαλύτερες οικονομίες,
αλλά και κατά πόσο
μπορούν να πείσουν τις
αγορές ότι διαθέτουν τη
δυνατότητα να το
εξυπηρετούν χωρίς να
δημιουργούνται διαρκώς
νέες ανάγκες δανεισμού.
Σε ένα περιβάλλον
αυξημένων επιτοκίων και
περιορισμένων περιθωρίων
νομισματικής παρέμβασης,
η δημοσιονομική
αξιοπιστία αποκτά ολοένα
μεγαλύτερη βαρύτητα για
την πορεία των διεθνών
επενδύσεων.
|