|
Στο
κείμενο της δήλωσης
αναγνωρίζονται οι
στρατηγικοί δεσμοί και η
μακρόχρονη συνεργασία
των συμμετεχόντων στους
τομείς της ενέργειας,
του εμπορίου και της
ασφάλειας, καθώς και η
σημασία πρωτοβουλιών
όπως η Διατλαντική
Ενεργειακή Συνεργασία
(P-TEC) και η
Πρωτοβουλία των Τριών
Θαλασσών. Ιδιαίτερη
έμφαση δίνεται στη
διαφοροποίηση πηγών και
διαδρομών φυσικού
αερίου, με στόχο την
αποτροπή μελλοντικών
κρίσεων εφοδιασμού, όπως
εκείνες που σημάδεψαν
την Ευρώπη τα
προηγούμενα χρόνια.
Οι
συμμετέχοντες
υπογραμμίζουν τον ρόλο
των ΗΠΑ ως αξιόπιστου
προμηθευτή και τη
σημασία της ενίσχυσης
του διατλαντικού
ενεργειακού εμπορίου.
Επιπλέον, επισημαίνεται
η κομβική συμβολή των
έργων υγροποιημένου
φυσικού αερίου (LNG) σε
χώρες όπως η Ελλάδα, η
Κροατία, η Λιθουανία και
η Πολωνία, τα οποία
ενισχύουν τη ρευστότητα
των περιφερειακών αγορών
και ενδυναμώνουν την
ενεργειακή ασφάλεια.
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται στην Ουκρανία, η
οποία διαθέτει από τις
μεγαλύτερες υπόγειες
εγκαταστάσεις
αποθήκευσης φυσικού
αερίου στην Ευρώπη. Η
ενσωμάτωσή τους στις
περιφερειακές αγορές
θεωρείται κρίσιμη τόσο
για τη σταθερότητα του
εφοδιασμού όσο και για
τη στήριξη της
οικονομικής ανάκαμψης
της χώρας.
Στο
πλαίσιο της συμφωνίας,
οι υπογράφοντες
δεσμεύονται να
αξιοποιήσουν πλήρως τις
υφιστάμενες ενεργειακές
υποδομές και να
προχωρήσουν, όπου
απαιτείται, σε νέες
επενδύσεις που θα
αυξήσουν τη δυναμικότητα
και θα δημιουργήσουν
οικονομίες κλίμακας.
Παράλληλα, προωθούν τη
διαφάνεια, τη μη
διακριτική πρόσβαση στις
υποδομές, την εναρμόνιση
των αγορών και την άρση
ρυθμιστικών εμποδίων που
δυσχεραίνουν τις
εισαγωγές και την
ανάπτυξη νέων έργων.
Οι
συμμετέχοντες εκφράζουν
επίσης πρόθεση
κινητοποίησης δημόσιων
και ιδιωτικών κεφαλαίων
– συμπεριλαμβανομένων
οργανισμών εξαγωγικών
πιστώσεων και πολυμερών
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων – με στόχο τη
διασφάλιση επαρκούς και
οικονομικά προσιτού
εφοδιασμού φυσικού
αερίου σε ολόκληρη την
Κεντρική και Ανατολική
Ευρώπη.
Η κοινή
δήλωση καταλήγει με την
επιβεβαίωση της
δέσμευσης για τακτικές
διαβουλεύσεις και για
μια ενεργειακή πολιτική
που θα ενισχύει τη
διαφοροποίηση, θα
αποτρέπει φαινόμενα
χειραγώγησης ή
εξαναγκασμού και θα
δημιουργεί αμοιβαία
επωφελείς ευκαιρίες για
ευρωπαϊκές και
αμερικανικές
επιχειρήσεις.
|