|
Το κλίμα στα
χρηματιστήρια το έδωσαν,
όπως συμβαίνει συνήθως,
οι αγορές μετοχών στις
ΗΠΑ. Ο κορυφαίος σε
κεφαλαιοποίηση δείκτης
S&P
500 είχε υποχωρήσει σε
χαμηλό έτους στις 30
Μαρτίου, για να κάνει
στη συνέχεια μεγάλο ράλι
και την περασμένη
Τετάρτη να σημειώνει νέο
ιστορικό υψηλό στις
7.520 μονάδες. Σε σχέση
με τα τέλη Φεβρουαρίου,
η άνοδός του ξεπέρασε το
9% και από την αρχή του
έτους πλησίασε το 10%.
Αντίστοιχα, ο
πανευρωπαϊκός δείκτης
μετοχών Stoxx
600 ήταν αυξημένος κατά
9,5% την περασμένη
Τετάρτη σε σχέση με την
έναρξη του πολέμου και
κατά 6,1% από την αρχή
του 2026. Στην Αθήνα, ο
Γενικός Δείκτης του
Χρηματιστηρίου ήταν
επίσης αυξημένος κατά
4,1% και 11,8%,
αντίστοιχα, ακολουθώντας
τη γενικότερη τάση.
Η Morgan
Stanley
αποδίδει την άνοδο των
μετοχών, παρά τις
γεωπολιτικές κρίσεις και
την υψηλή αβεβαιότητα,
στην ταχεία επέκταση της
τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ)
και τις τεράστιες
επενδύσεις σε
data
centers.
Για τις πέντε
μεγαλύτερες αμερικανικές
εταιρείες τεχνολογίας,
οι επενδύσεις αναμένεται
να φτάσουν στο
αστρονομικό ύψος των 800
δις. δολαρίων για το
2026 και των 1,16 τρις.
δολαρίων για το 2027,
ποσά υπερδιπλάσια σε
σχέση με τις τελευταίες
εκτιμήσεις.
Αποτέλεσμα των μαζικών
αυτών επενδύσεων είναι
να αυξηθεί κατακόρυφα η
ζήτηση για
μικροκυκλώματα (chips)
μνήμης και οι τιμές
τους, δεδομένου ότι η
προσφορά τους είναι
περιορισμένη. Οι τιμές
διπλασιάστηκαν στο α'
τρίμηνο του 2026 και
συνέχισαν να αυξάνονται
σημαντικά και στο β'
τρίμηνο, εκτοξεύοντας
τις μετοχές των
κατασκευαστών τους. Η
μετοχή της
Samsung
αυξήθηκε 488% το
τελευταίο 12μηνο, της
επίσης νοτιοκορεατικής
SK
Hynix
εκτινάχθηκε κατά 1.028%
και της αμερικανικής
Micron
Technology
κατά 859%. Η
χρηματιστηριακή αξία και
των τριών αυτών
επιχειρήσεων ξεπέρασε το
1 τρις. δολάρια μέσα
στον Μάιο, ένα ορόσημο
που είχαν υπερβεί ήδη
δύο άλλες εταιρείες του
κλάδου, η TSMC
της Ταΐβάν και η
αμερικανική
Nvidia
που ήταν και η
πρωτοπόρος.
Εκτός από την ΑΙ και τα
data
centers,
τα χρηματιστήρια
ενισχύθηκαν και από τα
καλύτερα από τα
αναμενόμενα εταιρικά
αποτελέσματα. Στην
περίπτωση του S&P
500, τα κέρδη των
εταιρειών αυξήθηκαν στο
α' τρίμηνο εφέτος κατά
6% περισσότερο από τις
προβλέψεις και οδήγησαν
τους αναλυτές να
αναθεωρήσουν προς τα
πάνω τις προσδοκίες τους
για την κερδοφορία στα
επόμενα χρόνια.
Αν και η αύξηση των
κερδών ήταν ευρείας
κλίμακας, το ράλι
εστιάστηκε σε μία μικρή
ομάδα επιχειρήσεων και
κλάδων, κυρίως αυτών που
σχετίζονται με την ΑΙ
και των ενεργειακών
εταιρειών που
επωφελήθηκαν από την
έκρηξη των τιμών που
προκάλεσε ο πόλεμος.
Για τα ομόλογα, η αύξηση
των αποδόσεων τους
οφείλεται σε μεγάλο
βαθμό στην άνοδο του
πληθωρισμού και στην
αλλαγή των προσδοκιών
για τη νομισματική
πολιτική, καθώς
αναμένεται ότι οι
κεντρικές τράπεζες θα
προχωρήσουν σταδιακά σε
αύξηση των βασικών
επιτοκίων τους. Η
απόδοση των 10ετών
γερμανικών ομολόγων
αυξήθηκε από το 2,65%
στο τέλος Φεβρουαρίου
στο 3,18% στις 18 Μαΐου
για να υποχωρήσει στο
2,96% την περασμένη
Πέμπτη, όταν είχε
διαφανεί στον ορίζοντα η
προοπτική μίας συμφωνίας
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για
τερματισμό του πολέμου.
Στην αύξηση των
αποδόσεων έχουν συμβάλει
επίσης η ανησυχία για
αύξηση των
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων καθώς οι
κυβερνήσεις παίρνουν
μέτρα στήριξης για την
ενεργειακή κρίση αλλά
και οι μαζικές
επενδύσεις στην ΑΙ που
χρηματοδοτούνται με
εκδόσεις ομολόγων.
Ο χρυσός κινήθηκε σε όλη
τη διάρκεια του πολέμου
κάτω από το υψηλό
επίπεδο των 5.426
δολαρίων ανά ουγκιά που
είχε σημειώσει τον
Ιανουάριο του 2026. Στις
27 Φεβρουαρίου η τιμή
του διαμορφωνόταν στα
5.263 δολάρια για να
υποχωρήσει στο εφετινό
χαμηλό των 4.361
δολαρίων στις 26
Μαρτίου, ενώ γενικά
κινείτο κάτω από τα
4.500 δολάρια και την
περασμένη Πέμπτη η τιμή
του ήταν 17,5%
χαμηλότερη σε σχέση με
την αρχή του πολέμου. Η
απομάκρυνση της
προοπτικής μείωσης των
επιτοκίων από τη
Fed
και η ραγδαία άνοδος των
τιμών την τελευταία
διετία ήταν οι βασικοί
λόγοι που ο χρυσός δεν
έπαιξε τον παραδοσιακό
ρόλο του επενδυτικού
καταφυγίου σε περιόδους
κρίσης.
|