|
Το δολάριο έχει
ενισχυθεί περίπου 5%
έναντι του ευρώ από την
αρχή του έτους, ενώ έχει
φτάσει στο υψηλότερο
επίπεδο των τελευταίων
18 μηνών, σύμφωνα με τα
στοιχεία της περιόδου
που εξετάζει το
Reuters.
Για αρκετούς αναλυτές, η
αδυναμία του ευρώ
αποτελεί πλέον έναν από
τους σημαντικότερους
παράγοντες που συντηρούν
την ανοδική τάση του
αμερικανικού νομίσματος.
Η Γαλλία και η Ιταλία
στο επίκεντρο των
πιέσεων
Η διεύρυνση των διαφορών
αποδόσεων μεταξύ των
κρατικών ομολόγων της
Ευρωζώνης αποτελεί
χαρακτηριστική ένδειξη
της αυξημένης ανησυχίας
των αγορών.
Την προηγούμενη
εβδομάδα, η διαφορά
απόδοσης μεταξύ των
γαλλικών και των
γερμανικών δεκαετών
ομολόγων κατέγραψε τη
μεγαλύτερη εβδομαδιαία
αύξηση των τελευταίων
δεκαετιών. Παράλληλα, το
αντίστοιχο περιθώριο
μεταξύ Ιταλίας και
Γερμανίας σημείωσε τη
μεγαλύτερη εβδομαδιαία
διεύρυνση από την έναρξη
της πανδημίας.
Οι εξελίξεις αυτές
αντανακλούν την
αυξανόμενη
επιφυλακτικότητα των
επενδυτών απέναντι στις
χώρες όπου η πολιτική
αντιπαράθεση δυσχεραίνει
τη δημοσιονομική
προσαρμογή.
Όπως επισημαίνει ο
Karl
Schamotta,
επικεφαλής στρατηγικής
αγοράς της Corpay,
η προσοχή επικεντρώνεται
πλέον στις οικονομίες
όπου η πολιτική
δυσλειτουργία εμποδίζει
την επιστροφή των
δημόσιων οικονομικών σε
μια βιώσιμη πορεία.
Για την αγορά
συναλλάγματος, η εξέλιξη
έχει ιδιαίτερη σημασία.
Όταν αυξάνεται το
ασφάλιστρο κινδύνου για
τα ευρωπαϊκά κρατικά
ομόλογα, οι επενδυτές
γίνονται πιο
επιφυλακτικοί απέναντι
στο ευρώ και αναζητούν
εναλλακτικές
τοποθετήσεις, με το
δολάριο να παραμένει
βασικός αποδέκτης αυτών
των κεφαλαίων.
Γιατί τα υψηλότερα
επιτόκια δεν στηρίζουν
πλέον το ευρώ
Υπό κανονικές συνθήκες,
η αύξηση των ευρωπαϊκών
επιτοκίων και των
αποδόσεων των ομολόγων
θα μπορούσε να
λειτουργήσει
υποστηρικτικά για το
ευρώ, καθώς ενισχύει την
ελκυστικότητα των
τοποθετήσεων σε
ευρωπαϊκά περιουσιακά
στοιχεία.
Σήμερα, όμως, η σχέση
αυτή γίνεται πιο
σύνθετη.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα αύξησε τον
Σεπτέμβριο τα επιτόκια
κατά 25 μονάδες βάσης,
για δεύτερη φορά μέσα
στη χρονιά, επιδιώκοντας
να περιορίσει τις
πληθωριστικές πιέσεις
που συνδέονται με την
άνοδο του ενεργειακού
κόστους. Το ευρώ,
ωστόσο, υποχώρησε μετά
την απόφαση, καθώς οι
επενδυτές επικεντρώθηκαν
περισσότερο στις πιθανές
επιπτώσεις μιας
αυστηρότερης
νομισματικής πολιτικής
στην οικονομική
δραστηριότητα.
Το δίλημμα της ΕΚΤ
γίνεται έτσι εντονότερο:
από τη μία πλευρά, η
άνοδος του πληθωρισμού
ενισχύει την ανάγκη για
υψηλότερα επιτόκια. Από
την άλλη, η οικονομία
της Ευρωζώνης εμφανίζει
μεγαλύτερη ευαισθησία
στο κόστος χρήματος και
στην ενεργειακή
επιβάρυνση.
Εάν η κεντρική τράπεζα
προχωρήσει σε υπερβολικά
αυστηρή πολιτική,
κινδυνεύει να
επιδεινώσει την ήδη
εύθραυστη αναπτυξιακή
εικόνα. Εάν κινηθεί πιο
συγκρατημένα, μπορεί να
δυσκολευτεί να
επαναφέρει τον
πληθωρισμό στον στόχο
της.
Το ενεργειακό κόστος
διευρύνει το χάσμα με
τις ΗΠΑ
Ένας ακόμη παράγοντας
που επιβαρύνει το ευρώ
είναι η μεγαλύτερη
έκθεση της Ευρώπης στις
διακυμάνσεις των τιμών
της ενέργειας.
Η Ευρωζώνη εξαρτάται σε
σημαντικό βαθμό από τις
εισαγωγές ενέργειας και
διαθέτει ισχυρότερη
μεταποιητική βάση σε
σχέση με τις ΗΠΑ. Κατά
συνέπεια, η αύξηση του
ενεργειακού κόστους
μεταφέρεται ευκολότερα
στο κόστος παραγωγής,
περιορίζει τα περιθώρια
κέρδους των επιχειρήσεων
και πιέζει την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών.
Ο Benjamin
Ford,
ερευνητής της
Macro
Hive,
εκτιμά ότι οι υψηλές
τιμές ενέργειας θα
λειτουργήσουν
ανασταλτικά για την
ανάπτυξη της Ευρώπης,
επισημαίνοντας τη
διαρθρωτική της εξάρτηση
από τις εισαγωγές.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ
εμφανίζουν ισχυρότερη
μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή
προοπτική. Η διαφορά
αυτή ενισχύει το
πλεονέκτημα του
δολαρίου, καθώς οι
επενδυτές αξιολογούν όχι
μόνο τις αποδόσεις των
ομολόγων, αλλά και τις
προοπτικές ανάπτυξης των
οικονομιών.
Ο Ford
προβλέπει ότι το ευρώ θα
υποχωρήσει στα 1,10
δολάρια μέσα στον
επόμενο μήνα, επίπεδο
σχεδόν 2% χαμηλότερο από
την τρέχουσα τιμή της
περιόδου αναφοράς.
Το επιτοκιακό
πλεονέκτημα των ΗΠΑ
Το δολάριο εξακολουθεί
να επωφελείται και από
τη διαφορά μεταξύ των
επιτοκίων στις ΗΠΑ και
στις υπόλοιπες μεγάλες
ανεπτυγμένες οικονομίες.
Οι αποδόσεις των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων παραμένουν σε
υψηλά επίπεδα, καθώς οι
αξιωματούχοι της
Federal
Reserve
επισημαίνουν ότι οι
πληθωριστικοί κίνδυνοι
δεν έχουν εξαλειφθεί. Οι
αγορές, παράλληλα,
διατηρούν σημαντικές
πιθανότητες για
τουλάχιστον μία ακόμη
αύξηση επιτοκίων κατά 25
μονάδες βάσης έως τον
Δεκέμβριο.
Σύμφωνα με τον
Uto
Shinohara
της Mesirow
Currency
Management,
η διαφορά επιτοκίων
εξακολουθεί να προσφέρει
σαφές πλεονέκτημα στο
αμερικανικό νόμισμα
έναντι των περισσότερων
ανταγωνιστικών
νομισμάτων.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία για
τους διεθνείς επενδυτές,
καθώς οι υψηλότερες
αποδόσεις των
αμερικανικών τίτλων
μπορούν να προσελκύσουν
κεφάλαια, ενισχύοντας τη
ζήτηση για δολάρια.
Η ανθεκτικότητα της
οικονομίας των ΗΠΑ και η
προοπτική διατήρησης
αυστηρότερων
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών δημιουργούν
έτσι ένα περιβάλλον που
ευνοεί το αμερικανικό
νόμισμα, ακόμη και χωρίς
να απαιτείται μια νέα,
απότομη άνοδος των
επιτοκίων.
Αυξάνονται τα στοιχήματα
κατά του ευρώ
Η επιδείνωση του
κλίματος αποτυπώνεται
και στην αγορά
παραγώγων, όπου οι
επενδυτές αυξάνουν τις
θέσεις που αποφέρουν
κέρδη σε περίπτωση
περαιτέρω υποχώρησης του
ευρώ. Οι σχετικές
τοποθετήσεις έχουν
φτάσει σε επίπεδα που
δεν είχαν καταγραφεί από
τον Μάρτιο, σύμφωνα με
το δημοσίευμα του
Reuters.
Ο Dan
Tobon,
επικεφαλής στρατηγικής
συναλλάγματος G10
της Citi
στη Νέα Υόρκη, εκτιμά
ότι οι κίνδυνοι για το
ευρώ είναι ασύμμετροι
προς την αρνητική
κατεύθυνση. Ένα από τα
βασικά ενδεχόμενα που
εξετάζει είναι το
ενδεχόμενο η ΕΚΤ να
αυστηροποιήσει
υπερβολικά τη
νομισματική πολιτική σε
μια οικονομία που
δυσκολεύεται να αντέξει
πρόσθετη επιβάρυνση.
Η προειδοποίηση αυτή
αναδεικνύει το βασικό
πρόβλημα της Ευρωζώνης:
η αντιμετώπιση του
πληθωρισμού δεν μπορεί
να αποσυνδεθεί από τις
δημοσιονομικές πιέσεις,
την ενεργειακή εξάρτηση
και τις αδύναμες
αναπτυξιακές προοπτικές.
Παρά την αυξημένη
αισιοδοξία για το
δολάριο, πάντως, οι
αναλυτές δεν προβλέπουν
κατ’ ανάγκη μια
ανεξέλεγκτη άνοδο του
αμερικανικού νομίσματος
από τα σημερινά επίπεδα.
Το ευρώ αντιμέτωπο με
ένα δύσκολο τρίπτυχο
Η πορεία του ευρώ τους
επόμενους μήνες θα
εξαρτηθεί από τον
συνδυασμό τριών
παραγόντων: τη
δημοσιονομική
σταθερότητα των
ευρωπαϊκών οικονομιών,
την εξέλιξη των τιμών
της ενέργειας και τις
αποφάσεις της ΕΚΤ για τα
επιτόκια.
Εάν οι αποδόσεις των
ομολόγων συνεχίσουν να
αυξάνονται λόγω των
δημοσιονομικών
ανησυχιών, η πίεση στο
ευρώ ενδέχεται να
ενταθεί. Το ίδιο ισχύει
εάν το ενεργειακό κόστος
επιβαρύνει περαιτέρω την
ανάπτυξη ή εάν η ΕΚΤ
βρεθεί αναγκασμένη να
επιλέξει ανάμεσα στη
συγκράτηση του
πληθωρισμού και στην
προστασία της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Για το δολάριο,
αντίθετα, η διατήρηση
της αναπτυξιακής
υπεροχής των ΗΠΑ και του
επιτοκιακού
πλεονεκτήματος θα
μπορούσε να προσφέρει
πρόσθετη στήριξη.
Η βασική αλλαγή είναι
ότι η αγορά δεν
αξιολογεί πλέον το ευρώ
μόνο με βάση τις
αποφάσεις της ΕΚΤ.
Αξιολογεί συνολικά την
αντοχή της ευρωπαϊκής
οικονομίας και των
δημόσιων οικονομικών
της.
Και όσο οι αμφιβολίες
αυτές παραμένουν, το
δολάριο διατηρεί το
πλεονέκτημα στην αγορά
συναλλάγματος.
|