|
Η
επιχειρηματική κοινότητα
ζητά εδώ και χρόνια την
πλήρη κατάργηση του
τέλους επιτηδεύματος,
υποστηρίζοντας ότι
λειτουργεί ως
αντικίνητρο για την
ανάπτυξη και τις
επενδύσεις, ειδικά σε
μια οικονομία όπου οι
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις αποτελούν
τη ραχοκοκαλιά της
παραγωγής και της
απασχόλησης. Φορείς της
αγοράς αναφέρουν ότι η
άρση ενός τέτοιου βάρους
θα μπορούσε να
απελευθερώσει πόρους, να
ενισχύσει την
ανταγωνιστικότητα και να
δημιουργήσει συνθήκες
πιο σταθερής ανάπτυξης.
Σημειώνεται ότι το τέλος
επιτηδεύματος έχει
καταργηθεί για τους
ελεύθερους επαγγελματίες
από το 2025 και
παρέμεινε για τις
επιχειρήσεις οι οποίες
καλούνται ετησίως να
πληρώσουν 800-1.000 ευρώ
ανάλογα με το πού
βρίσκεται η έδρα της
εταιρείας.
Πρόκειται για μία
πρακτική που δεν
συναντάται σε χώρες της
Ε.Ε. Συγκεκριμένα, στην
Ευρωπαϊκή Ενωση δεν
υπάρχει ένα ενιαίο,
οριζόντιο «τέλος
επιτηδεύματος», όπως
αυτό που εφαρμόστηκε
στην Ελλάδα, δηλαδή ένας
σταθερός φόρος που
επιβάλλεται απλώς και
μόνο επειδή μια
επιχείρηση λειτουργεί,
ανεξάρτητα από το αν
έχει κέρδη ή ζημίες.
Βεβαίως, σε αρκετές
χώρες της Ε.Ε.
υφίστανται άλλου τύπου
επιβαρύνσεις για τις
επιχειρήσεις, κυρίως
τοπικοί ή λειτουργικοί
φόροι. Ωστόσο οι φόροι
αυτοί διαφέρουν καθώς
συνδέονται με οικονομικά
μεγέθη, κέρδη, ακίνητη
περιουσία ή τζίρο και
όχι απλώς με την ύπαρξη
της επιχειρηματικής
δραστηριότητας.
Για
παράδειγμα στη Γερμανία,
ο αντίστοιχος φόρος
είναι ο Gewerbesteuer,
ένας δημοτικός φόρος
επιχειρήσεων που
υπολογίζεται με βάση τα
κέρδη και όχι ως σταθερό
ποσό. Επιπλέον,
προβλέπεται αφορολόγητο
όριο για πολύ μικρές
επιχειρήσεις, γεγονός
που μειώνει σημαντικά
την επιβάρυνση στα
αρχικά στάδια
δραστηριότητας.
Στη
Γαλλία επιβάλλεται ένας
τοπικός φόρος που
συνδέεται με την
επαγγελματική
εγκατάσταση και την
ακίνητη περιουσία της
επιχείρησης. Αν και
υπάρχει ελάχιστο ποσό,
αυτό είναι κλιμακωτό και
προσαρμόζεται στα μεγέθη
της επιχείρησης, χωρίς
να λειτουργεί ως ενιαίο
«χαράτσι».
Η Ιταλία
εφαρμόζει τον φόρο IRAP,
ο οποίος επιβάλλεται επί
της παραγωγικής
δραστηριότητας. Δεν
πρόκειται για πάγιο
τέλος, αλλά για φόρο που
υπολογίζεται βάσει
οικονομικών μεγεθών και
αντανακλά την πραγματική
δραστηριότητα της
επιχείρησης.
Αντίστοιχα, σε χώρες
όπως η Πορτογαλία και η
Αυστρία εφαρμόζονται
τοπικοί φόροι υπέρ των
δήμων οι οποίοι είναι
αναλογικοί και
συνδέονται με τα
οικονομικά αποτελέσματα,
όχι κατ’ αποκοπήν. Η
μόνη χώρα που είχε
παρόμοιο τέλος
επιτηδεύματος με την
Ελλάδα είναι το Βιετνάμ
όπου ίσχυε για χρόνια το
Business Licence Fee,
ένα ετήσιο πάγιο τέλος
που επιβαλλόταν
ανεξαρτήτως κερδών ή
ζημιών και υπολογιζόταν
βάσει κεφαλαίου, τζίρου
ή άλλων μεγεθών. Ωστόσο
καταργήθηκε πλήρως τον
Ιανουάριο του 2026.
Σήμερα,
το τέλος επιτηδεύματος
το οποίο κοστίζει στις
επιχειρήσεις περί τα 240
εκατ. ευρώ ανέρχεται στο
ποσό των 800 έως 1.000
ευρώ. Μάλιστα το ποσό
αυξάνεται εφόσον
διαθέτουν
υποκαταστήματα.
Συγκεκριμένα:
– 800
ευρώ για νομικά πρόσωπα
που ασκούν εμπορική
επιχείρηση και έχουν την
έδρα τους σε
τουριστικούς τόπους και
σε πόλεις ή χωριά με
πληθυσμό έως 200.000
κατοίκους.
– 1.000
ευρώ για νομικά πρόσωπα
που ασκούν εμπορική
επιχείρηση και έχουν την
έδρα τους σε πόλεις με
πληθυσμό πάνω από
200.000 κατοίκους. Για
κάθε υποκατάστημα που
συστήνεται από νομικό
πρόσωπο ή νομική
οντότητα το τέλος
ανέρχεται σε 600 ευρώ.
Ωστόσο
υπάρχουν απαλλαγές για
επιχειρήσεις που
αυξάνουν τον αριθμό
εργαζομένων πλήρους
απασχόλησης. Σύμφωνα με
τη νομοθεσία
απαλλάσσονται τα νομικά
πρόσωπα που αυξάνουν
κατά τρία δωδέκατα
τουλάχιστον τον μέσο
αριθμό εργαζομένων με
σχέση εργασίας πλήρους
απασχόλησης σε ένα έτος
σε σχέση με το
προηγούμενο έτος, υπό
την προϋπόθεση ότι τα
ακαθάριστα έσοδά τους
κατά το φορολογικό έτος
για το οποίο χορηγείται
η εξαίρεση δεν
υπερβαίνουν τα 2 εκατ.
ευρώ.
Το
γαλλικό μοντέλο
προπληρωμής φόρου
Μαζί με
το τέλος επιτηδεύματος η
κυβέρνηση σχεδιάζει τη
μείωση του ποσοστού της
προκαταβολής φόρου για
τις μικρές και μεσαίες
επιχειρήσεις. Η
προκαταβολή αποφέρει
περί τα 3,6 δισ. ευρώ
ετησίως στον
προϋπολογισμό και η
μείωσή της θα
δημιουργούσε κενό εσόδων
μόνο για ένα έτος.
Παρότι η
πρακτική της προπληρωμής
φόρου δεν αποτελεί
ελληνική ιδιαιτερότητα,
το ύψος και η λειτουργία
της προκαταβολής στη
χώρα μας
διαφοροποιούνται αισθητά
σε σχέση με άλλες χώρες
της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Σήμερα,
οι ελληνικές
επιχειρήσεις καλούνται
να καταβάλουν
προκαταβολή φόρου που
ανέρχεται στο 80% του
φόρου εισοδήματος το
οποίο προκύπτει από τα
κέρδη του προηγούμενου
έτους, ενώ για τις
νεοσύστατες επιχειρήσεις
προβλέπεται μειωμένο
ποσοστό (κατά 50% για τα
τρία πρώτα χρόνια). Το
ποσό αυτό καταβάλλεται
παράλληλα με τον φόρο
εισοδήματος, δεσμεύοντας
σημαντικούς πόρους και
περιορίζοντας τη
ρευστότητα, ιδίως για
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις.
Στη
Γερμανία και στη Γαλλία,
για παράδειγμα, οι
επιχειρήσεις καταβάλλουν
προκαταβολές σε
τριμηνιαίες ή
εξαμηνιαίες δόσεις, οι
οποίες μπορούν να
αναπροσαρμοστούν εφόσον
μεταβληθούν τα
οικονομικά τους
αποτελέσματα. Στην
Ισπανία και στην Ιταλία
το σύστημα βασίζεται
επίσης σε προκαταβολές,
ωστόσο υπάρχει
μεγαλύτερη ευελιξία ως
προς τον τρόπο
υπολογισμού και τον
χρόνο των πληρωμών.
Η βασική
διαφορά της Ελλάδας σε
σχέση με τις
περισσότερες ευρωπαϊκές
χώρες δεν είναι η ύπαρξη
προκαταβολής, αλλά το
γεγονός ότι αυτή
λειτουργεί ουσιαστικά ως
βαριά προπληρωμή φόρου,
βασισμένη αποκλειστικά
στο προηγούμενο
οικονομικό έτος,
ανεξάρτητα από την
τρέχουσα πορεία της
επιχείρησης.
Αντίθετα, σε αρκετά
κράτη-μέλη η προκαταβολή
αντιμετωπίζεται
περισσότερο ως
μηχανισμός κατανομής του
φόρου μέσα στο έτος και
λιγότερο ως πρόσθετη
φορολογική επιβάρυνση.
Στη Γαλλία, η
προκαταβολή φόρου δεν
λειτουργεί ως «βαριά
προπληρωμή», αλλά ως
μηχανισμός κατανομής του
φόρου μέσα στο
οικονομικό έτος. Οι
επιχειρήσεις καταβάλλουν
τον εταιρικό φόρο
εισοδήματος σε τέσσερις
προκαταβολικές δόσεις,
οι οποίες καταβάλλονται
τον Μάρτιο, τον Ιούνιο,
τον Σεπτέμβριο και τον
Δεκέμβριο. Οι
προκαταβολές
υπολογίζονται με βάση
τον φόρο της
προηγούμενης χρήσης,
ωστόσο το σύστημα
επιτρέπει αναπροσαρμογές
όταν τα κέρδη της
τρέχουσας χρονιάς
εμφανίζονται μειωμένα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει
το γεγονός ότι οι μικρές
επιχειρήσεις με χαμηλό
κύκλο εργασιών
απαλλάσσονται από την
υποχρέωση προκαταβολής,
ενώ για τις υπόλοιπες
επιχειρήσεις το τελικό
ποσό του φόρου
συμψηφίζεται με τις
προκαταβολές στο τέλος
του έτους.
Με τον
τρόπο αυτό, το γαλλικό
μοντέλο περιορίζει τις
πιέσεις στη ρευστότητα
και προσαρμόζεται πιο
άμεσα στις πραγματικές
οικονομικές επιδόσεις
της επιχείρησης, σε
αντίθεση με το ελληνικό
σύστημα, όπου η
προκαταβολή φόρου
λειτουργεί συχνά ως
επιπλέον φορολογικό
βάρος ανεξάρτητα από την
πορεία της χρήσης. Ας
υποθέσουμε ότι μια
γαλλική επιχείρηση
εμφάνισε το 2024
φορολογητέα κέρδη
200.000 ευρώ.
Με
συντελεστή εταιρικού
φόρου 25%, ο συνολικός
φόρος ανέρχεται σε
50.000 ευρώ. Το 2025 η
επιχείρηση δεν καλείται
να προκαταβάλει ένα
υψηλό ποσοστό εφάπαξ,
αλλά να καταβάλει τον
φόρο σε τέσσερις
ισόποσες προκαταβολικές
δόσεις των 12.500 ευρώ.
Στο
τέλος του έτους γίνεται
εκκαθάριση με βάση τα
πραγματικά κέρδη του
2025.
Αν, για
παράδειγμα, τα κέρδη του
2025 μειωθούν στις
150.000 ευρώ, ο τελικός
φόρος διαμορφώνεται σε
37.500 ευρώ. Στην
περίπτωση αυτή, οι
προκαταβολές
αναπροσαρμόζονται ή
συμψηφίζονται, ώστε η
επιχείρηση να μην έχει
προπληρώσει φόρο που δεν
της αναλογεί.
Αντίστοιχα, εάν τα κέρδη
αυξηθούν, η διαφορά
καταβάλλεται με την
τελική εκκαθάριση.
Το
ανωτέρω παράδειγμα
δείχνει ότι με το
γαλλικό σύστημα ο φόρος
κατανέμεται μέσα στο
έτος και δεν δεσμεύει
υπερβολική ρευστότητα
από την αρχή.
Σε
αντίθεση, στην Ελλάδα
μια επιχείρηση με
αντίστοιχα κέρδη θα
κατέβαλλε τον φόρο του
2024 συν προκαταβολή έως
80% για το 2025,
ανεξάρτητα από το αν η
επόμενη χρονιά είναι
χειρότερη, γεγονός που
εξηγεί γιατί το θέμα της
προκαταβολής φόρου
παραμένει στο επίκεντρο
της συζήτησης.
|