|
1.
Ακριβότερος ο τραπεζικός
δανεισμός
Η αύξηση των επιτοκίων
μεταφέρεται σταδιακά στο
κόστος χρηματοδότησης
επιχειρήσεων και
νοικοκυριών.
Οι επιχειρήσεις με
κυμαινόμενα δάνεια
βλέπουν το κόστος
εξυπηρέτησης να
αυξάνεται, ενώ υψηλότερο
είναι και το κόστος για
νέες πιστώσεις και
κεφάλαιο κίνησης.
Η επίδραση αυτή
περιορίζει το διαθέσιμο
χρηματοδοτικό περιθώριο
ακριβώς τη στιγμή που
πολλές επιχειρήσεις
χρειάζονται πρόσθετη
ρευστότητα για να
καλύψουν αυξημένες
λειτουργικές δαπάνες.
2.
Οι μικρότερες
επιχειρήσεις δέχονται
μεγαλύτερη πίεση
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι
οι μικρότερες
χρηματοδοτήσεις έχουν
συχνά υψηλότερο κόστος
σε σχέση με τα
μεγαλύτερα
επιχειρηματικά δάνεια.
Αυτό σημαίνει ότι η
άνοδος των επιτοκίων
μπορεί να έχει
δυσανάλογη επίδραση στις
πολύ μικρές και μικρές
επιχειρήσεις,
οι οποίες έχουν
περιορισμένη πρόσβαση
στις αγορές κεφαλαίου
και μεγαλύτερη εξάρτηση
από την τραπεζική
χρηματοδότηση.
3. Η ρευστότητα
συμπιέζεται
Ο συνδυασμός ακριβότερου
κεφαλαίου κίνησης και
υψηλών λογαριασμών
ενέργειας δημιουργεί
πρόσθετη πίεση στα
ταμειακά διαθέσιμα.
Παράλληλα, το κόστος
προμηθειών, μεταφορών
και πρώτων υλών
παραμένει υψηλό, με
αποτέλεσμα οι
επιχειρήσεις να
χρειάζονται περισσότερα
κεφάλαια για να
διατηρήσουν τον ίδιο
όγκο δραστηριότητας.
Για μια επιχείρηση με
περιορισμένα περιθώρια
ρευστότητας, η κατάσταση
αυτή μπορεί να
μετατραπεί γρήγορα σε
πρόβλημα καθημερινής
χρηματοδότησης.
4. Οι επενδύσεις
γίνονται πιο δύσκολες
Η άνοδος του κόστους
κεφαλαίου αυξάνει το
απαιτούμενο κόστος
απόδοσης μιας επένδυσης.
Έτσι, σχέδια που
προηγουμένως ήταν
οικονομικά ελκυστικά
μπορεί να μετατραπούν σε
οριακές επενδύσεις και
να μετατεθούν χρονικά.
Το ΕΒΕΠ θεωρεί ιδιαίτερα
κρίσιμο το γεγονός ότι
αυτό μπορεί να συμβεί σε
ψηφιακές,
παραγωγικές και
ενεργειακές επενδύσεις,
δηλαδή σε επενδύσεις που
συνδέονται άμεσα με την
παραγωγικότητα και τη
μείωση του λειτουργικού
κόστους.
5. Η πίεση περνά και
στην κατανάλωση
Τα υψηλότερα επιτόκια
δεν επηρεάζουν μόνο τις
επιχειρήσεις.
Η αύξηση του κόστους
εξυπηρέτησης στεγαστικών
και καταναλωτικών
υποχρεώσεων περιορίζει
το διαθέσιμο εισόδημα
των νοικοκυριών, γεγονός
που μπορεί να οδηγήσει
σε χαμηλότερη
κατανάλωση.
Η εξέλιξη αυτή
μεταφέρεται στη συνέχεια
στον κύκλο εργασιών των
επιχειρήσεων και
ιδιαίτερα του
λιανεμπορίου και των
κλάδων που εξαρτώνται
περισσότερο από την
εσωτερική ζήτηση.
6. Μεγαλύτερη σημασία
αποκτά το κόστος
χρηματοδότησης
Σε ένα περιβάλλον
υψηλότερων επιτοκίων, το
κόστος του χρήματος
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία για τη
βιωσιμότητα και την
ανταγωνιστικότητα μιας
επιχείρησης.
Το ΕΒΕΠ υπογραμμίζει την
ανάγκη να ενισχυθεί ο
ανταγωνισμός στην
τραπεζική αγορά και να
υπάρξουν καλύτεροι και
περισσότερο βιώσιμοι
όροι χρηματοδότησης,
ιδιαίτερα για τις
μικρότερες επιχειρήσεις.
7. Η πραγματική απειλή
είναι ο συνδυασμός
επιτοκίων και ενέργειας
Το σημαντικότερο
πρόβλημα, σύμφωνα με το
ΕΒΕΠ, δεν είναι κάθε μία
από τις δύο πιέσεις
ξεχωριστά, αλλά η
ταυτόχρονη
εμφάνισή τους.
Μια επιχείρηση καλείται
την ίδια στιγμή να
χρηματοδοτήσει
ακριβότερα το κεφάλαιο
κίνησής της και να
αντιμετωπίσει αυξημένο
κόστος ηλεκτρικής
ενέργειας, καυσίμων και
μεταφορών.
Το αποτέλεσμα μπορεί να
είναι συμπίεση
των περιθωρίων κέρδους,
ιδιαίτερα όταν η
επιχείρηση δεν μπορεί να
μετακυλίσει ολόκληρη την
αύξηση του κόστους στις
τελικές τιμές.
Τα μέτρα που ζητά το
ΕΒΕΠ
Το Επιμελητήριο
προτείνει την ενίσχυση
των εγγυοδοτικών
και συγχρηματοδοτούμενων
εργαλείων για
τις ΜμΕ, ώστε να
διευρυνθεί η πρόσβασή
τους στην τραπεζική
χρηματοδότηση.
Παράλληλα, θεωρεί
αναγκαία την επιτάχυνση
των επενδύσεων σε
ενεργειακή
εξοικονόμηση και
αυτοπαραγωγή,
καθώς και στοχευμένες
παρεμβάσεις για τη
συγκράτηση του
ενεργειακού κόστους.
Το ζητούμενο, όπως
επισημαίνει, είναι να
διατηρηθεί η δυνατότητα
των επιχειρήσεων να
επενδύουν και να
αναπτύσσονται, παρά τις
αυξημένες χρηματοδοτικές
και ενεργειακές πιέσεις.
Κορκίδης: «Η μάχη κατά
του πληθωρισμού δεν
πρέπει να γίνει σε βάρος
των ΜμΕ»
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ,
Βασίλης Κορκίδης,
περιγράφει την κατάσταση
ως μια νέα δύσκολη
εξίσωση για την
επιχειρηματικότητα, με
ακριβότερο χρήμα από τη
μία πλευρά και ακριβή
ενέργεια από την άλλη.
Όπως σημειώνει, η διπλή
αυτή πίεση μπορεί να
είναι περισσότερο
διαχειρίσιμη για μια
μεγάλη επιχείρηση, αλλά
για μια μικρή ή μεσαία
εταιρεία μπορεί να
επηρεάσει καθοριστικά τη
ρευστότητα, τις
επενδύσεις και τη
βιωσιμότητά της.
Παράλληλα, υποστηρίζει
ότι η αντιμετώπιση του
πληθωρισμού είναι
αναγκαία, αλλά όταν
σημαντικό μέρος των
πιέσεων προέρχεται από
την ενέργεια και
γεωπολιτικούς
παράγοντες, η
νομισματική πολιτική δεν
μπορεί να αποτελεί το
μοναδικό εργαλείο.
Σύμφωνα με τον ίδιο,
απαιτούνται
βιώσιμοι όροι
χρηματοδότησης,
περισσότερα εγγυοδοτικά
εργαλεία, αξιοποίηση των
ευρωπαϊκών πόρων και ένα
πιο σταθερό και
ανταγωνιστικό ενεργειακό
περιβάλλον,
ώστε οι αυξήσεις των
επιτοκίων να μην
επιβαρύνουν δυσανάλογα
τους μικρότερους
δανειολήπτες.
Το βασικό στοίχημα για
την ελληνική οικονομία
είναι επομένως διπλό: να
περιοριστούν οι
πληθωριστικές πιέσεις
χωρίς να ανακοπεί η
παραγωγή και να
αντιμετωπιστεί το
ενεργειακό κόστος χωρίς
να πληγεί η
ανταγωνιστικότητα.
Για τις ελληνικές ΜμΕ, η
ρευστότητα και η
δυνατότητα συνέχισης των
επενδύσεων
αποτελούν πλέον κρίσιμες
προϋποθέσεις ώστε η
αύξηση του κόστους
χρήματος και ενέργειας
να μην εξελιχθεί σε νέο
εμπόδιο για την
ανάπτυξη.
|