|
CET1:
Αντοχή ακόμη και σε
σημαντικό κεφαλαιακό σοκ
Ο βασικός οδηγός της
άσκησης ήταν η υπόθεση
μιας μείωσης του δείκτη
κεφαλαιακής επάρκειας
CET1
κατά 300 μονάδες
βάσης.
Με βάση αυτό το δυσμενές
σενάριο, οι περισσότερες
τράπεζες κατάφεραν να
διατηρήσουν τους
κεφαλαιακούς τους
δείκτες πάνω από τα
ελάχιστα εποπτικά όρια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της ΕΚΤ, ο μέσος δείκτης
CET1
των τραπεζών στο τέλος
του 2025 διαμορφωνόταν
στο 15,5%.
Χωρίς τη λήψη μέτρων
αντιμετώπισης, το
σενάριο θα οδηγούσε τον
μέσο δείκτη στο
12,1%.
Ωστόσο, οι ενέργειες που
πρότειναν οι τράπεζες
για τον περιορισμό των
επιπτώσεων θα
αντιστάθμιζαν περίπου το
55% της αρχικής
μείωσης,
περιορίζοντας την πτώση
του CET1
στο 13,6%.
Οι κινήσεις που
εξετάστηκαν
περιλαμβάνουν μεταξύ
άλλων:
άντληση νέων κεφαλαίων,
πωλήσεις επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων,
περιορισμό λειτουργικού
κόστους,
προσαρμογή πολιτικών
μερισμάτων.
Δεν ήταν όλα τα
stress
tests
ίδια
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι η
συγκεκριμένη άσκηση
διαφοροποιείται
σημαντικά από τα κλασικά
stress
tests,
όπου όλες οι τράπεζες
εξετάζονται με βάση ένα
κοινό μακροοικονομικό
σενάριο.
Στην αντίστροφη άσκηση (reverse
stress
test),
κάθε τράπεζα κλήθηκε να
δημιουργήσει τα δικά της
ακραία γεωπολιτικά
σενάρια, τα οποία θα
μπορούσαν να προκαλέσουν
σημαντική επιδείνωση
στην κεφαλαιακή της
θέση.
Η προσέγγιση αυτή είχε
στόχο να αξιολογήσει όχι
μόνο το ύψος των πιθανών
ζημιών, αλλά κυρίως την
ικανότητα των τραπεζών
να κατανοούν τις δικές
τους ευπάθειες.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι
περισσότερες τράπεζες
κατάφεραν να αναπτύξουν
ουσιαστικά σενάρια που
αντανακλούν τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά των
επιχειρηματικών τους
μοντέλων.
Παράλληλα όμως
εντοπίστηκαν αδυναμίες,
κυρίως:
στη λεπτομέρεια των
αξιολογήσεων κινδύνου,
στη σύνδεση των
γεωπολιτικών σεναρίων με
τις επιπτώσεις σε
κεφάλαια και ρευστότητα,
στον ρεαλισμό των μέτρων
αντιμετώπισης που
προτείνονται.
Ποια γεωπολιτικά σενάρια
θεωρούν μεγαλύτερη
απειλή οι τράπεζες
Τα σενάρια που
χρησιμοποιήθηκαν από τις
τράπεζες περιλάμβαναν
ένα ευρύ φάσμα κινδύνων:
στρατιωτικές
συγκρούσεις,
εμπορικούς πολέμους,
ενεργειακές κρίσεις,
διαταραχές εφοδιαστικών
αλυσίδων,
οικονομικές κυρώσεις,
κυβερνοεπιθέσεις,
μεγάλα μακροοικονομικά
σοκ.
Οι στρατιωτικές
συγκρούσεις, οι
διαταραχές στις αλυσίδες
εφοδιασμού και η απώλεια
εμπιστοσύνης στην
οικονομία και στις
αγορές ήταν τα συχνότερα
σενάρια, καθώς
αναφέρθηκαν από περίπου
60%-70% των
τραπεζών.
Η ΕΚΤ ζήτησε από τις
τράπεζες να εξετάσουν
τρία βασικά κανάλια
μετάδοσης των
γεωπολιτικών κινδύνων:
Το κανάλι της
πραγματικής οικονομίας,
μέσω επιβράδυνσης της
ανάπτυξης και αύξησης
των επισφαλειών.
Το κανάλι των
χρηματοπιστωτικών αγορών,
μέσω πτώσης αξιών,
μειωμένων εσόδων
συναλλαγών και αυξημένης
μεταβλητότητας.
Το κανάλι ασφάλειας και
προστασίας,
που αφορά κυρίως
κυβερνοεπιθέσεις,
φυσικούς κινδύνους και
υβριδικές απειλές.
Το μεγαλύτερο μέρος των
τραπεζών θεωρεί ότι η
πραγματική οικονομία
αποτελεί το βασικότερο
κανάλι μετάδοσης των
κινδύνων, ενώ σε σενάρια
κυβερνοεπιθέσεων ή
στρατιωτικών συγκρούσεων
αυξάνεται η σημασία των
λειτουργικών και
τεχνολογικών απειλών.
Πιστωτικός κίνδυνος και
κερδοφορία στο επίκεντρο
Η κοινή συνισταμένη των
περισσότερων σεναρίων
ήταν η πίεση στην
κερδοφορία και στην
ποιότητα ενεργητικού.
Οι ζημιές από δάνεια
αποτέλεσαν βασικό
μηχανισμό μετάδοσης των
γεωπολιτικών σοκ,
ιδιαίτερα σε κλάδους που
θεωρούνται πιο ευάλωτοι,
όπως:
βιομηχανία,
ενέργεια,
μεταφορές,
εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, για τράπεζες
με σημαντική
δραστηριότητα στις
αγορές, η πτώση των
εσόδων από προμήθειες
και συναλλαγές αποτέλεσε
έναν ακόμη παράγοντα
πίεσης.
Ρευστότητα: Θετική
εικόνα αλλά με αδυναμίες
Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι οι
θέσεις ρευστότητας των
τραπεζών παρέμειναν
γενικά πάνω από τα
κανονιστικά ελάχιστα
επίπεδα.
Ωστόσο, σημειώνει ότι
ορισμένες τράπεζες δεν
αποτύπωσαν επαρκώς τη
σύνδεση μεταξύ
κεφαλαιακής πίεσης και
κινδύνου ρευστότητας.
Κατά τη διάρκεια μιας
σοβαρής κρίσης, η
επιδείνωση της
φερεγγυότητας και η
πίεση στη χρηματοδότηση
συχνά εξελίσσονται
παράλληλα, γεγονός που
απαιτεί πιο δυναμικά
μοντέλα προσομοίωσης.
Προειδοποίηση για
υπερβολικά αισιόδοξες
παραδοχές
Παρότι η συνολική εικόνα
ήταν θετική, η ΕΚΤ
εντόπισε περιπτώσεις
όπου τα σχέδια
αντιμετώπισης βασίζονταν
σε υπερβολικά αισιόδοξες
υποθέσεις.
Για παράδειγμα,
ορισμένες τράπεζες
θεωρούσαν ότι θα
μπορούσαν να πουλήσουν
χαρτοφυλάκια δανείων ή
να αντλήσουν κεφάλαια σε
ιδιαίτερα ευνοϊκές τιμές
ακόμη και σε περιόδους
έντονης αναταραχής στις
αγορές.
Οι εποπτικές αρχές θα
συζητήσουν τα
αποτελέσματα ξεχωριστά
με κάθε τράπεζα μέσω του
SSM,
προκειμένου να
εντοπιστούν σημεία
βελτίωσης.
Το νέο περιβάλλον
απαιτεί διαρκή
προετοιμασία
Η ΕΚΤ θεωρεί ότι ο
γεωπολιτικός κίνδυνος
αποτελεί πλέον έναν από
τους βασικούς παράγοντες
που μπορούν να
επηρεάσουν τη
σταθερότητα του
τραπεζικού συστήματος.
Τα αποτελέσματα των
stress
tests
δείχνουν ότι οι τράπεζες
της Ευρωζώνης διαθέτουν
σημαντικά κεφαλαιακά
αποθέματα και
μηχανισμούς άμυνας, όμως
η φύση των νέων κινδύνων
απαιτεί συνεχή
αναβάθμιση των μοντέλων
διαχείρισης κρίσεων.
Το μήνυμα της
Φρανκφούρτης είναι ότι η
κεφαλαιακή ισχύς
αποτελεί σημαντικό
«μαξιλάρι», αλλά η
προετοιμασία απέναντι σε
γεωπολιτικά σοκ θα
αποτελεί πλέον μόνιμο
στοιχείο της εποπτικής
διαδικασίας.


|