|
Την ίδια στιγμή, η
οικονομία αποδεικνύεται
πιο ανθεκτική από τις
αρχικές εκτιμήσεις. Ο
συνδυασμός αυτός εξηγεί
γιατί οι αγορές θεωρούν
πλέον σχεδόν
προεξοφλημένη μια νέα
αύξηση του επιτοκίου
καταθέσεων κατά
25 μονάδες βάσης τον
Σεπτέμβριο.
Επιβραδύνονται οι
μισθολογικές πιέσεις
Οι συμφωνημένοι μισθοί,
δηλαδή οι αποδοχές που
προκύπτουν από
συλλογικές συμβάσεις και
άλλες μισθολογικές
συμφωνίες, αυξήθηκαν
κατά 2,44%
σε ετήσια βάση το
δεύτερο τρίμηνο.
Ο ρυθμός ήταν
χαμηλότερος από το
αναθεωρημένο
2,56% του
πρώτου τριμήνου και πολύ
χαμηλότερος από την
κορύφωση του
5,55% το 2024.
Η συγκεκριμένη μέτρηση
δεν αποτυπώνει το σύνολο
των μισθολογικών
εξελίξεων, αποτελεί όμως
σημαντικό δείκτη για το
κατά πόσο οι αυξήσεις
στους μισθούς μπορούν να
μετατραπούν σε νέα πηγή
πληθωρισμού.
Για την ΕΚΤ, το κρίσιμο
ζήτημα είναι να
αποφευχθεί ένας δεύτερος
γύρος επιπτώσεων από την
ενεργειακή κρίση. Εάν η
άνοδος των τιμών
πετρελαίου και φυσικού
αερίου οδηγήσει τους
εργαζομένους σε
μεγαλύτερες μισθολογικές
απαιτήσεις και στη
συνέχεια τις
επιχειρήσεις σε νέες
ανατιμήσεις, τότε μια
προσωρινή ενεργειακή
διαταραχή θα μπορούσε να
αποκτήσει πιο μόνιμα
χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί ο τομέας των
υπηρεσιών, όπου το
κόστος εργασίας αποτελεί
σημαντικό μέρος του
συνολικού κόστους
παραγωγής.
Η μέχρι τώρα εικόνα
είναι σχετικά
καθησυχαστική, καθώς δεν
υπάρχουν σαφείς
ενδείξεις ότι το
ενεργειακό σοκ έχει
μετατραπεί σε
μισθολογικό σπιράλ. Παρ'
όλα αυτά, ο
προπορευόμενος δείκτης
μισθών της ΕΚΤ δείχνει
ότι οι αυξήσεις των
αποδοχών ενδέχεται να
ενισχυθούν έως τις αρχές
του 2027.
Αυτός είναι και ο λόγος
για τον οποίο ορισμένοι
αξιωματούχοι της ΕΚΤ
υποστηρίζουν ότι η
κεντρική τράπεζα δεν
μπορεί να περιμένει
μέχρι να εμφανιστούν
πλήρως οι δευτερογενείς
επιπτώσεις στα επίσημα
στοιχεία.
Υποχωρούν οι
πληθωριστικές προσδοκίες
Παρόμοια, αν και μικρή,
βελτίωση καταγράφηκε και
στις προσδοκίες των
καταναλωτών.
Σύμφωνα με τη μηνιαία
έρευνα της ΕΚΤ, οι
καταναλωτές αναμένουν
πλέον πληθωρισμό
2,9% τους επόμενους 12
μήνες, έναντι
3% τον προηγούμενο μήνα.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία
έχει η πρόβλεψη σε
ορίζοντα τριετίας, η
οποία υποχώρησε στο
2,7% από 2,8%.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για τη
νομισματική πολιτική,
καθώς οι προσδοκίες
επηρεάζουν τη
συμπεριφορά τόσο των
εργαζομένων όσο και των
επιχειρήσεων. Όταν οι
εργαζόμενοι θεωρούν ότι
ο πληθωρισμός θα
παραμείνει υψηλός, είναι
πιθανότερο να
διεκδικήσουν μεγαλύτερες
αυξήσεις. Οι
επιχειρήσεις, από την
πλευρά τους, μπορεί να
προχωρήσουν νωρίτερα σε
αυξήσεις τιμών.
Το γεγονός ότι οι
προσδοκίες υποχώρησαν
τον Ιούλιο δείχνει ότι,
τουλάχιστον προς το
παρόν, το νέο ενεργειακό
σοκ δεν έχει προκαλέσει
επιδείνωση των
πληθωριστικών
προσδοκιών.
Παρά ταύτα, το
2,7% σε ορίζοντα
τριετίας απέχει
αρκετά από τον στόχο του
2%, γεγονός που δεν
επιτρέπει στην ΕΚΤ να
θεωρήσει ότι η μάχη έχει
κερδηθεί.
Ο
πληθωρισμός παραμένει το
μεγάλο αγκάθι
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
για τη Φρανκφούρτη
παραμένει ο πραγματικός
πληθωρισμός.
Ο ετήσιος ρυθμός
αυξήθηκε στο
2,9% τον Ιούλιο,
από 2,8% τον Ιούνιο.
Πρόκειται για επίπεδο
που ο Martins
Kazaks,
διοικητής της κεντρικής
τράπεζας της Λετονίας
και μέλος του
Διοικητικού Συμβουλίου
της ΕΚΤ, χαρακτήρισε
«κάπως άβολο».
Η ΕΚΤ γνωρίζει ότι
μεγάλο μέρος της
σημερινής πληθωριστικής
πίεσης προέρχεται από
παράγοντες που δεν
μπορεί να ελέγξει άμεσα,
όπως οι τιμές της
ενέργειας. Ωστόσο, ο
κίνδυνος είναι η αρχική
εξωτερική διαταραχή να
αποκτήσει εσωτερική
δυναμική.
Ο Kazaks
έχει αφήσει ανοικτά όλα
τα ενδεχόμενα για τον
Σεπτέμβριο,
επισημαίνοντας ότι
υπάρχουν επιχειρήματα
τόσο υπέρ όσο και κατά
μιας νέας αύξησης.
Παράλληλα, όμως, έχει
καταστήσει σαφές ότι η
ΕΚΤ διαθέτει ακόμη
περιθώριο να δράσει
εφόσον κριθεί
απαραίτητο.
Η οικονομία δεν
επιτρέπει χαλάρωση
Ένας ακόμη παράγοντας
που ενισχύει το σενάριο
της νέας αύξησης είναι η
ανθεκτικότητα της
οικονομίας.
Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης
αυξήθηκε κατά
0,4% στο δεύτερο τρίμηνο
σε σχέση με το
προηγούμενο, ξεπερνώντας
τις προβλέψεις, ενώ η
ανεργία παρέμεινε στο
6,3% τον Ιούνιο.
Η εικόνα αυτή μειώνει
την ανάγκη για μια πιο
χαλαρή νομισματική
πολιτική προκειμένου να
στηριχθεί η οικονομική
δραστηριότητα.
Οι καταναλωτές
εμφανίζονται σαφώς πιο
απαισιόδοξοι. Στην
έρευνα της ΕΚΤ
προβλέπουν συρρίκνωση
της οικονομίας κατά
1,2% στους
επόμενους 12 μήνες,
έναντι πρόβλεψης για
ύφεση 1,4% τον Ιούνιο.
Η βελτίωση είναι μικρή,
αλλά δείχνει ότι οι
προσδοκίες δεν
επιδεινώθηκαν περαιτέρω
παρά την ενεργειακή και
γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά
για τον Σεπτέμβριο
Η ΕΚΤ βρίσκεται πλέον
μπροστά σε ένα ιδιαίτερα
δύσκολο δίλημμα.
Τα μισθολογικά δεδομένα
και οι πληθωριστικές
προσδοκίες κινούνται
προς τη σωστή
κατεύθυνση. Αυτό μειώνει
τον φόβο ενός επίμονου
πληθωριστικού σπιράλ.
Από την άλλη, ο
πληθωρισμός παραμένει
σχεδόν μία ποσοστιαία
μονάδα πάνω από τον
στόχο, ενώ η οικονομία
παρουσιάζει μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα από την
αναμενόμενη.
Η αγορά, επομένως, έχει
ήδη αρχίσει να
αντιμετωπίζει την
αύξηση των
επιτοκίων κατά 25
μονάδες βάσης τον
Σεπτέμβριο ως το βασικό
σενάριο.
Η ΕΚΤ, ωστόσο, δεν έχει
ακόμη δεσμευθεί. Η
τελική απόφαση θα
εξαρτηθεί από τα
στοιχεία που θα
δημοσιευθούν μέχρι τη
συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου, κυρίως για
τον πληθωρισμό, τους
μισθούς και την εξέλιξη
των τιμών ενέργειας.
Το μήνυμα των τελευταίων
στοιχείων είναι επομένως
διπλό: ο
πληθωρισμός δεν φαίνεται
να ξεφεύγει μέσω των
μισθών και των
προσδοκιών, αλλά
παραμένει αρκετά υψηλός
ώστε να κρατά ζωντανό το
ενδεχόμενο μιας ακόμη
αύξησης επιτοκίων.

|