|
Η θετική δυναμική
συνεχίστηκε και στις
αρχές του 2026, καθώς
κατά το πρώτο τετράμηνο
το πλεόνασμα της Γενικής
Κυβέρνησης αυξήθηκε κατά
περίπου 1,4 δισ.
ευρώ σε σχέση
με την αντίστοιχη
περίοδο του προηγούμενου
έτους.
Τα φορολογικά έσοδα ως
βασικός μοχλός
Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά
ότι περίπου τα
δύο τρίτα της
δημοσιονομικής
υπεραπόδοσης
προήλθαν από την ισχυρή
αύξηση των φορολογικών
εσόδων.
Την περίοδο 2022-2025:
τα συνολικά φορολογικά
έσοδα και οι
ασφαλιστικές εισφορές
αυξήθηκαν κατά
27,1 δισ. ευρώ (+37,8%),
διαμορφώθηκαν περίπου
στο 40% του ΑΕΠ,
επίπεδο υψηλότερο από
τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης,
τα καθαρά φορολογικά
έσοδα (χωρίς εισφορές)
ανήλθαν στο ιστορικό
υψηλό του 28,4%
του ΑΕΠ.
Ο ΦΠΑ πρωταγωνιστεί
Η σημαντικότερη συμβολή
προήλθε από τον ΦΠΑ.
Οι εισπράξεις:
αυξήθηκαν κατά περίπου
12% ετησίως
κατά μέσο όρο την
περίοδο 2022-2025,
έφθασαν στο 9,5%
του ΑΕΠ, έναντι
περίπου 7,2%
στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
ενισχύθηκαν συνολικά
κατά περίπου 8,4
δισ. ευρώ μέσα
στην τετραετία.
Η αύξηση αυτή αποδίδεται
κυρίως:
στην ισχυρή αύξηση της
ιδιωτικής κατανάλωσης,
στη σημαντική ενίσχυση
του τουρισμού,
στη μετατόπιση της
κατανάλωσης προς αγαθά
και υπηρεσίες με
υψηλότερο συντελεστή
ΦΠΑ,
αλλά και στη θεαματική
βελτίωση της φορολογικής
συμμόρφωσης.
Το λεγόμενο κενό
ΦΠΑ μειώθηκε
από περίπου 25%
το 2018 σε
επίπεδα κάτω του
10% το 2025,
δηλαδή σχεδόν στα
επίπεδα του ευρωπαϊκού
μέσου όρου, γεγονός που
προσέθεσε περίπου
1,5 δισ. ευρώ
επιπλέον φορολογικά
έσοδα.
Ισχυρή άνοδος στους
φόρους εισοδήματος
Παράλληλα, ιδιαίτερα
σημαντική ήταν η αύξηση
των εσόδων από τη
φορολογία εισοδήματος.
Τα έσοδα από φυσικά
πρόσωπα αυξήθηκαν λόγω:
της αύξησης της
απασχόλησης,
της ανόδου των
πραγματικών μισθών,
της αύξησης εισοδημάτων
από ενοίκια, τόκους και
μερίσματα,
αλλά και της βελτίωσης
της φορολογικής
συμμόρφωσης.
Παρότι τα σχετικά έσοδα
έφθασαν στο ιστορικό
υψηλό του 6,9%
του ΑΕΠ,
εξακολουθούν να
υπολείπονται του
ευρωπαϊκού μέσου όρου (9,8%
του ΑΕΠ),
γεγονός που υποδηλώνει
ότι εξακολουθούν να
υπάρχουν σημαντικά
περιθώρια βελτίωσης.
Στο πλαίσιο αυτό
εφαρμόστηκε από το 2026
νέα μείωση του φόρου
εισοδήματος φυσικών
προσώπων, συνολικού
δημοσιονομικού κόστους
περίπου 1,6 δισ.
ευρώ ετησίως,
με ιδιαίτερη έμφαση στη
μεσαία τάξη, τους νέους
και τις οικογένειες.
Εκρηκτική αύξηση των
φόρων επιχειρήσεων
Αντίστοιχα εντυπωσιακή
ήταν και η εικόνα στα
εταιρικά κέρδη.
Τα φορολογικά έσοδα από
επιχειρήσεις αυξήθηκαν
με μέσο ετήσιο ρυθμό
περίπου 24%
την περίοδο 2022-2025,
προσθέτοντας περίπου
4,2 δισ. ευρώ
στα δημόσια έσοδα.
Η εξέλιξη αυτή
αποδίδεται:
στην υψηλή κερδοφορία
των επιχειρήσεων,
στη δημιουργία
περισσότερων εταιρικών
σχημάτων,
στη σταδιακή συρρίκνωση
της άτυπης οικονομίας,
αλλά και στη βελτίωση
της αποτελεσματικότητας
της φορολογικής
διοίκησης.
Οι μεταρρυθμίσεις
αποδίδουν
Η Εθνική Τράπεζα
υπολογίζει ότι περίπου
40% της
συνολικής αύξησης
των βασικών φορολογικών
εσόδων οφείλεται
αποκλειστικά στη
βελτίωση της φορολογικής
αποτελεσματικότητας.
Καθοριστικό ρόλο
διαδραμάτισαν
μεταρρυθμίσεις όπως:
η καθολική χρήση
POS,
η διασύνδεση POS
και ταμειακών μηχανών,
η ψηφιακή κάρτα
εργασίας,
η πλατφόρμα
myDATA,
η ηλεκτρονική
τιμολόγηση,
οι στοχευμένοι
ηλεκτρονικοί φορολογικοί
έλεγχοι,
η σημαντική αύξηση των
ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Η αξία των ηλεκτρονικών
πληρωμών αυξήθηκε από
περίπου 9,3% του
ΑΕΠ το 2016 σε
περίπου 30% του
ΑΕΠ το 2025,
περιορίζοντας περαιτέρω
τη φοροδιαφυγή.
Αυστηρός έλεγχος των
δαπανών
Παράλληλα με την αύξηση
των εσόδων, σημαντική
ήταν και η συγκράτηση
των κρατικών δαπανών.
Οι πρωτογενείς δαπάνες
μειώθηκαν στο:
45,1% του ΑΕΠ,
έναντι 47,4%
στην ΕΕ,
ενώ χωρίς τις δημόσιες
επενδύσεις διαμορφώθηκαν
μόλις στο 37,7%
του ΑΕΠ,
σημαντικά χαμηλότερα από
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (42,6%).
Οι προβλέψεις για το
2026 και μετά
Η Εθνική Τράπεζα
προβλέπει:
πρωτογενές πλεόνασμα
περίπου 4% του
ΑΕΠ το 2026,
έναντι επίσημου στόχου
3,2%,
περίπου 3,5% του
ΑΕΠ το 2027,
έναντι στόχου
2,7%.
Εκτιμά επίσης ότι η
περαιτέρω βελτίωση της
φορολογικής
αποτελεσματικότητας
μπορεί να δημιουργήσει
πρόσθετο δημοσιονομικό
χώρο άνω των 2
δισ. ευρώ ετησίως
μετά το 2027,
επιτρέποντας νέες
φορολογικές ελαφρύνσεις
χωρίς να διαταραχθεί η
δημοσιονομική
σταθερότητα.
Σημαντική αποκλιμάκωση
του δημόσιου χρέους
Η συνεχής επίτευξη
υψηλών πρωτογενών
πλεονασμάτων συμβάλλει
αποφασιστικά και στη
μείωση του δημόσιου
χρέους.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της Εθνικής
Τράπεζας:
τα πρωτογενή πλεονάσματα
εξήγησαν περίπου
12 ποσοστιαίες μονάδες
από τη συνολική μείωση
του λόγου χρέους προς
ΑΕΠ κατά την τετραετία
2022-2025,
ενώ μέχρι το
2029 το δημόσιο
χρέος αναμένεται να
υποχωρήσει κάτω
από το 120% του ΑΕΠ,
εφόσον διατηρηθούν
πρωτογενή πλεονάσματα
περίπου 3% του
ΑΕΠ και
ονομαστική ανάπτυξη γύρω
στο 4% ετησίως.
Συμπέρασμα
Η μελέτη της Εθνικής
Τράπεζας καταλήγει ότι η
σημερινή δημοσιονομική
εικόνα της Ελλάδας δεν
αποτελεί συγκυριακό
φαινόμενο αλλά βασίζεται
σε διαρθρωτικές αλλαγές
που έχουν ενισχύσει τη
φορολογική συμμόρφωση,
τη λειτουργία της
οικονομίας και τον
έλεγχο των δημόσιων
δαπανών. Εφόσον η πορεία
αυτή συνεχιστεί, η χώρα
αποκτά μεγαλύτερη
δημοσιονομική ευελιξία,
ενισχύει την
πιστοληπτική της
αξιοπιστία, μειώνει
ταχύτερα το δημόσιο
χρέος και δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για
πρόσθετες φορολογικές
ελαφρύνσεις και
διατηρήσιμη οικονομική
ανάπτυξη τα επόμενα
χρόνια.
|