|
Οι
δύο ιστορικές περίοδοι
των ξεχασμένων
καταθέσεων
Η προέλευση των αδρανών
λογαριασμών συνδέεται
κυρίως με δύο
διαφορετικές ιστορικές
περιόδους.
Η πρώτη αφορά τον Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο και το
Ολοκαύτωμα. Πολλοί
Εβραίοι είχαν μεταφέρει
ή καταθέσει περιουσιακά
στοιχεία στην Ελβετία,
αναζητώντας έναν ασφαλή
τόπο φύλαξης των
χρημάτων τους πριν από
τη σύλληψη ή τη φυγή
τους. Μετά τον πόλεμο,
ένα μέρος αυτών των
καταθέσεων παρέμεινε
στις τράπεζες, καθώς οι
δικαιούχοι είχαν
δολοφονηθεί ή δεν
υπήρχαν διαθέσιμα
στοιχεία που να
επιτρέπουν τον εντοπισμό
των κληρονόμων τους.
Η διαχείριση αυτών των
περιουσιών προκάλεσε
έντονες διεθνείς
αντιδράσεις και
δικαστικές πιέσεις,
ιδιαίτερα κατά τη
δεκαετία του 1990. Η
υπόθεση οδήγησε σε
συμφωνία διακανονισμού
ύψους 1,25 δισ. δολαρίων
το 1998, στο πλαίσιο της
οποίας προβλέφθηκε η
αποζημίωση επιζώντων του
Ολοκαυτώματος και των
κληρονόμων τους.
Η δεύτερη περίοδος αφορά
τις μεταπολεμικές
δεκαετίες, όταν εύποροι
καταθέτες από διάφορες
χώρες επέλεγαν τις
ελβετικές τράπεζες για
τη φύλαξη των περιουσιών
τους, επικαλούμενοι την
ασφάλεια, τη
διακριτικότητα και, σε
ορισμένες περιπτώσεις,
φορολογικούς λόγους.
Όταν ο κάτοχος ενός
λογαριασμού πέθαινε
χωρίς να αφήσει σαφή
στοιχεία για την ύπαρξή
του ή όταν η οικογένειά
του αγνοούσε τις
σχετικές τραπεζικές
σχέσεις, τα χρήματα
μπορούσαν να παραμείνουν
αδρανή για δεκαετίες.
Η
ηλεκτρονική πλατφόρμα
και οι κανόνες
δημοσιοποίησης
Η ενίσχυση της διεθνούς
συνεργασίας κατά της
φοροδιαφυγής και η
αυξανόμενη απαίτηση για
διαφάνεια οδήγησαν την
Ελβετία στη θέσπιση
συγκεκριμένων
διαδικασιών για τη
διαχείριση των
ξεχασμένων περιουσιών.
Το 2015 τέθηκε σε
λειτουργία ειδική
ηλεκτρονική πλατφόρμα,
μέσω της οποίας
δημοσιοποιούνται
στοιχεία για ορισμένους
αδρανείς λογαριασμούς,
ώστε να μπορούν να
αναζητηθούν από τους
νόμιμους δικαιούχους
τους. Η σχετική
ιστοσελίδα είναι η
dormantaccounts.ch.
Η δημοσιοποίηση δεν
αφορά κάθε λογαριασμό
που παραμένει χωρίς
κίνηση για μεγάλο
χρονικό διάστημα.
Εφαρμόζονται
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, οι οποίες
σχετίζονται με τη
διάρκεια της αδράνειας,
την αξία της περιουσίας
και το ισχύον νομικό
πλαίσιο. Για τους
λογαριασμούς που
εμπίπτουν στις σχετικές
διατάξεις, η διαδικασία
αποσκοπεί στο να δοθεί
στους δικαιούχους η
δυνατότητα να
διεκδικήσουν τα χρήματα
ή άλλα περιουσιακά
στοιχεία που τους
αναλογούν.
Το
κυνήγι των χαμένων
περιουσιών
Στην ηλεκτρονική
πλατφόρμα έχουν
δημοσιευθεί κατά καιρούς
χιλιάδες ονόματα, τα
οποία συνδέονται με
τραπεζικές σχέσεις που
παρέμειναν αδρανείς επί
δεκαετίες. Οι
περιπτώσεις διαφέρουν
σημαντικά μεταξύ τους:
ορισμένες αφορούν
σχετικά μικρές
καταθέσεις, ενώ άλλες
συνδέονται με περιουσίες
πολύ μεγαλύτερης αξίας.
Εκτός από χρηματικά
ποσά, σε ορισμένες
υποθέσεις ενδέχεται να
υπάρχουν θυρίδες ή άλλα
περιουσιακά στοιχεία,
των οποίων το
περιεχόμενο δεν είναι
εξαρχής γνωστό. Αυτό
εντείνει το ενδιαφέρον
των συγγενών και των
επαγγελματιών που
αναλαμβάνουν να
εντοπίσουν τους νόμιμους
κληρονόμους.
Καθοριστική σημασία έχει
η προθεσμία που
προβλέπεται για την
υποβολή αιτημάτων
διεκδίκησης. Το χρονικό
περιθώριο εξαρτάται από
την κατηγορία της
υπόθεσης και τις
εφαρμοστέες διατάξεις.
Οι ενδιαφερόμενοι
οφείλουν να αποδείξουν
την ταυτότητά τους και
τη συγγενική ή
κληρονομική σχέση τους
με τον αρχικό δικαιούχο,
προσκομίζοντας τα
απαιτούμενα έγγραφα.
Εάν δεν υποβληθεί
εμπρόθεσμα έγκυρο
αίτημα, η περιουσία
μπορεί, υπό τις
προϋποθέσεις που ορίζει
η ελβετική νομοθεσία, να
περιέλθει οριστικά στο
κράτος. Σύμφωνα με
δημοσιογραφικές
αναφορές, το ελβετικό
Δημόσιο έχει ήδη
εισπράξει 96,6 εκατ.
ελβετικά φράγκα από
περιουσίες για τις
οποίες δεν εμφανίστηκαν
δικαιούχοι μέσα στις
προβλεπόμενες
προθεσμίες.
Τα
ελληνικά ονόματα στις
λίστες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν οι
περιπτώσεις που
συνδέονται με την
Ελλάδα. Δημοσιογραφικές
έρευνες έχουν εντοπίσει
κατά καιρούς ελληνικά
ονόματα ή πρόσωπα με
δηλωμένες διευθύνσεις
στην Αθήνα, στον Πειραιά
και στη Θεσσαλονίκη.
Πολλές από τις σχετικές
υποθέσεις φέρεται να
αφορούν τραπεζικούς
λογαριασμούς που
δημιουργήθηκαν κατά τις
δεκαετίες του 1940, του
1950 και του 1960. Η
παρέλευση τόσων ετών
δυσκολεύει την
αναζήτηση, καθώς οι
αρχικοί καταθέτες μπορεί
να έχουν αποβιώσει και
οι απόγονοί τους να μη
γνωρίζουν ούτε την
ύπαρξη των λογαριασμών
ούτε την πιθανή αξία
τους.
Η παρουσία ενός ονόματος
σε σχετική λίστα,
πάντως, δεν αρκεί από
μόνη της για να
αποδείξει ότι υπάρχει
διαθέσιμη περιουσία ή
ότι το πρόσωπο που το
αναζητά δικαιούται να
την εισπράξει.
Απαιτείται έλεγχος των
στοιχείων και τεκμηρίωση
της κληρονομικής σχέσης
με τον αρχικό κάτοχο.
Οι
γενεαλόγοι και οι
προμήθειες για τον
εντοπισμό κληρονόμων
Η αναζήτηση αδρανών
λογαριασμών έχει
δημιουργήσει μια
εξειδικευμένη αγορά
υπηρεσιών, στην οποία
δραστηριοποιούνται
δικηγόροι, ερευνητές και
επαγγελματίες
γενεαλόγοι. Το έργο τους
περιλαμβάνει την εξέταση
δημοσιευμένων καταλόγων,
την αναζήτηση
ληξιαρχικών πράξεων και
άλλων ιστορικών
εγγράφων, καθώς και την
ανασύνθεση οικογενειακών
δέντρων σε διαφορετικές
χώρες.
Όταν εντοπιστούν πιθανοί
κληρονόμοι, οι
επαγγελματίες αυτοί
μπορούν να αναλάβουν την
υποστήριξή τους στη
διαδικασία διεκδίκησης
της περιουσίας. Η αμοιβή
τους ενδέχεται να
συνδέεται με ποσοστό επί
του ποσού που τελικά θα
εισπραχθεί. Σε ορισμένες
περιπτώσεις, οι σχετικές
προμήθειες αναφέρονται
ότι μπορούν να φτάσουν
έως και το 30%, ανάλογα
με τη συμφωνία και τις
υπηρεσίες που
παρέχονται.
Για τους
ενδιαφερόμενους, είναι
σημαντικό να ελέγχουν
προσεκτικά τους όρους
συνεργασίας, να ζητούν
σαφή ενημέρωση για τις
αμοιβές και να
επιβεβαιώνουν ότι η
υπόθεση αφορά πράγματι
υπαρκτό λογαριασμό και
νόμιμη διαδικασία
διεκδίκησης.
Τα ξεχασμένα κεφάλαια
των ελβετικών τραπεζών
αποτελούν ένα ιδιαίτερο
αποτύπωμα της εποχής
κατά την οποία το
τραπεζικό απόρρητο είχε
καθοριστικό ρόλο στη
διεθνή διαχείριση
πλούτου. Σήμερα, η
δυνατότητα αναζήτησης
των αδρανών λογαριασμών
δίνει σε ορισμένους
κληρονόμους την ευκαιρία
να ανακαλύψουν
περιουσίες που
αγνοούσαν, ενώ σε άλλες
περιπτώσεις η απουσία
δικαιούχων οδηγεί στην
οριστική μεταφορά των
χρημάτων στο ελβετικό
κράτος.
|