|
Αντίθετα, στον
επιχειρηματικό τομέα η
εικόνα είναι σαφώς πιο
αδύναμη. Μόλις το 8,9%
των ελληνικών
επιχειρήσεων
χρησιμοποιεί τεχνολογίες
AI,
ποσοστό που είναι
υπερδιπλάσιο χαμηλότερο
από τον μέσο όρο της ΕΕ,
που προσεγγίζει το 20%.
Το χαμηλό αυτό επίπεδο
εντάσσεται σε ένα
ευρύτερο πλαίσιο
περιορισμένης ψηφιακής
ωριμότητας. Πάνω από το
43% των επιχειρήσεων
στην Ελλάδα
χαρακτηρίζονται χαμηλής
ψηφιακής έντασης, έναντι
27,9% στην ΕΕ, ενώ μόλις
το 6,3% κατατάσσεται
στην κατηγορία πολύ
υψηλής ψηφιακής έντασης.
Ιδιαίτερα έντονο είναι
το χάσμα μεταξύ μικρών
και μεγάλων
επιχειρήσεων. Στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, το 44%
εμφανίζει χαμηλή ψηφιακή
ένταση, ενώ στις μεγάλες
το ποσοστό αυτό πέφτει
στο 7,5%. Αντίστοιχα,
σχεδόν 70% των μεγάλων
επιχειρήσεων διαθέτουν
υψηλή ή πολύ υψηλή
ψηφιακή ωριμότητα,
έναντι μόλις 25% των
ΜΜΕ.
Αδυναμίες καταγράφονται
και στην
κυβερνοασφάλεια, καθώς
μόλις το 72% των
ελληνικών επιχειρήσεων
χρησιμοποιεί βασικά
μέτρα προστασίας, το
χαμηλότερο ποσοστό στην
ΕΕ, όταν ο ευρωπαϊκός
μέσος όρος φτάνει το
93%.
Στον αντίποδα, πιο
θετική είναι η εικόνα
στο ηλεκτρονικό εμπόριο.
Περίπου το 25% των
επιχειρήσεων στην Ελλάδα
πραγματοποιεί
online
πωλήσεις, ελαφρώς πάνω
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο. Οι καταναλωτές,
ιδιαίτερα οι νεότερες
ηλικίες, εμφανίζουν
υψηλή συμμετοχή στις
ηλεκτρονικές αγορές, με
κύρια κατηγορία τις
παραγγελίες έτοιμου
φαγητού, που φτάνουν το
63,9%.
Συνολικά, τα στοιχεία
της Eurostat
αναδεικνύουν ένα
χαρακτηριστικό ψηφιακό
παράδοξο: υψηλή
εξοικείωση των πολιτών
με την τεχνητή νοημοσύνη
στην καθημερινότητα,
αλλά σημαντική υστέρηση
των επιχειρήσεων και της
παραγωγικής βάσης στη
συστηματική αξιοποίησή
της.
|