|
Τράπεζα
|
Νέα
τιμή-στόχος
|
Προηγούμενη
τιμή-στόχος
|
|
Alpha Bank
|
5,75 ευρώ
|
4,95 ευρώ
|
|
Εθνική Τράπεζα
|
20,80 ευρώ
|
18,70 ευρώ
|
|
Τράπεζα Πειραιώς
|
12,25 ευρώ
|
11,10 ευρώ
|
|
Optima Bank
|
16,55 ευρώ
|
11,60 ευρώ
|
|
Τράπεζα Κύπρου
|
12,75 ευρώ
|
11,60 ευρώ
|
Ισχυρό δεύτερο τρίμηνο
και θετικές ενδείξεις
για το τρίτο
Η δυναμική των
τραπεζικών αποτελεσμάτων
αποτυπώθηκε ήδη στο
δεύτερο τρίμηνο του
2026. Τα εξυπηρετούμενα
δάνεια των τεσσάρων
συστημικών τραπεζών
αυξήθηκαν κατά περίπου
9%-14% σε ετήσια βάση,
ενώ η αύξηση έφτασε το
8% στην Τράπεζα Κύπρου
και το 37% στην
Optima
Bank.
Οι επιδόσεις αυτές
αντιστοιχούν περίπου στο
70% των ετήσιων στόχων
πιστωτικής επέκτασης για
το 2026, ενισχύοντας την
εκτίμηση ότι οι τράπεζες
βρίσκονται σε τροχιά
επίτευξης των
επιχειρησιακών τους
σχεδίων.
Η διεύρυνση των
χορηγήσεων, η αξιοποίηση
των διαθέσιμων κεφαλαίων
μέσω επενδύσεων σε
τίτλους και η
ανθεκτικότητα των
περιθωρίων δανεισμού
συνέβαλαν στην αύξηση
των καθαρών εσόδων από
τόκους κατά 3%-6% σε
τριμηνιαία βάση για τις
συστημικές τράπεζες.
Την ίδια στιγμή, τα
υποκείμενα έσοδα από
προμήθειες ενισχύθηκαν
κατά 4%-20%, χάρη στην
αυξημένη δραστηριότητα
στις συναλλαγές, στα
επενδυτικά προϊόντα,
στις χρηματοδοτήσεις και
στις ασφαλιστικές
εργασίες.
Η Eurobank
Equities
εκτιμά ότι η θετική τάση
θα συνεχιστεί και στο
τρίτο τρίμηνο, καθώς η
ισχυρή δυναμική που
διαμορφώθηκε στο τέλος
του δεύτερου τριμήνου
αναμένεται να διατηρήσει
την ανοδική πορεία των
εσόδων από τόκους και
προμήθειες.
Για το σύνολο του 2026,
η απόδοση ενσώματων
ιδίων κεφαλαίων (RoTE)
των συστημικών τραπεζών
εκτιμάται μεταξύ 12% και
16,7%. Για την Τράπεζα
Κύπρου η πρόβλεψη
ανέρχεται στο 17,6%, ενώ
για την Optima
Bank
φτάνει το 26,6%.
Η πιστωτική επέκταση
μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η ολοκλήρωση του Ταμείου
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας δεν
αναμένεται να οδηγήσει
σε απότομη κάμψη της
τραπεζικής
χρηματοδότησης. Σύμφωνα
με την ανάλυση της
Eurobank
Equities,
η σταδιακή υποχώρηση των
ρυθμών πιστωτικής
επέκτασης τα επόμενα
χρόνια θα αντανακλά
κυρίως την ομαλοποίηση
της δραστηριότητας και
όχι μια απότομη διακοπή
των νέων
χρηματοδοτήσεων.
Ειδικότερα, ο ρυθμός
αύξησης των
εξυπηρετούμενων δανείων
των τεσσάρων συστημικών
τραπεζών προβλέπεται να
διαμορφωθεί στο 8,6% το
2026, στο 7,6% το 2027
και στο 7% το 2028.
Η Ελλάδα έχει λάβει 11,7
δισ. ευρώ από τα
συνολικά 17,7 δισ. ευρώ
των διαθέσιμων δανείων
του Ταμείου. Οι
συμβάσεις που έχουν
υπογραφεί αφορούν
επενδύσεις συνολικού
ύψους 29,2 δισ. ευρώ, οι
οποίες χρηματοδοτούνται
από δάνεια του Ταμείου
ύψους 13,2 δισ. ευρώ,
τραπεζικό δανεισμό 9,4
δισ. ευρώ και ίδια
κεφάλαια επενδυτών 6,6
δισ. ευρώ.
Επιπλέον, οι
εκταμιεύσεις αναμένεται
να συνεχιστούν έως το
2029, γεγονός που
σημαίνει ότι η επίδραση
του προγράμματος στη
χρηματοδότηση των
επενδύσεων δεν θα
εξαφανιστεί αμέσως μετά
το 2026.
Ενδεικτικό είναι ότι τα
δάνεια του Ταμείου
αντιστοιχούσαν περίπου
στο 10% των νέων
συμβάσεων τραπεζικών
δανείων
μεσομακροπρόθεσμης
διάρκειας κατά την
περίοδο Ιουλίου 2022 -
Φεβρουαρίου 2026. Αυτό
υποδηλώνει ότι η ζήτηση
για τραπεζική
χρηματοδότηση στηρίζεται
και σε άλλους
παράγοντες, όπως η
αντικατάσταση
εξοπλισμού, οι
ενεργειακές
αναβαθμίσεις, οι
υποδομές, ο
εκσυγχρονισμός των
επιχειρήσεων και οι
ανάγκες κεφαλαίου
κίνησης.
Παράλληλα, οι δημόσιες
επενδύσεις εκτός του
Ταμείου Ανάκαμψης
προβλέπεται να αυξηθούν
κατά 12%, φτάνοντας τα
11 δισ. ευρώ το 2027. Η
άνοδος αυτή, ωστόσο,
εκτιμάται ότι θα
αντισταθμίσει μόνο εν
μέρει την
προγραμματισμένη
ολοκλήρωση δαπανών ύψους
7,2 δισ. ευρώ από το
Ταμείο.
Ο πολιτικός κίνδυνος και
το ενδεχόμενο
καθυστερήσεων
Ο σημαντικότερος
κίνδυνος για τις
προβλέψεις αφορά τον
χρόνο υλοποίησης των
επενδύσεων. Πολιτικές
διαπραγματεύσεις ή το
ενδεχόμενο επαναληπτικών
εκλογών το 2027 θα
μπορούσαν να προκαλέσουν
καθυστερήσεις στην
υλοποίηση έργων και στις
εκταμιεύσεις
χρηματοδότησης.
Σε ένα υποθετικό σενάριο
κατά το οποίο οι
επενδύσεις θα
υπολείπονταν των
προβλέψεων κατά 5% το
εκλογικό έτος, η
ανάπτυξη του ΑΕΠ θα
περιοριζόταν κατά
περίπου 0,5 ποσοστιαία
μονάδα και η πιστωτική
επέκταση κατά 0,36
ποσοστιαία μονάδα.
Ακόμη και σε αυτό το
δυσμενέστερο ενδεχόμενο,
η Eurobank
Equities
εκτιμά ότι η ελληνική
οικονομία θα
εξακολουθούσε να
αναπτύσσεται, με τον
ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να
διαμορφώνεται στο 1,4%
και την πιστωτική
επέκταση στο 7,2% το
2027.
Επιτόκια και τραπεζικά
έσοδα: Πού βρίσκεται η
ισορροπία
Το περιβάλλον των
επιτοκίων εξακολουθεί να
στηρίζει τα έσοδα των
ελληνικών τραπεζών, αν
και το όφελος είναι
πλέον μικρότερο σε σχέση
με την περίοδο εξόδου
από τα αρνητικά
επιτόκια. Επιπλέον, ο
ανταγωνισμός στην αγορά
χρηματοδοτήσεων και
καταθέσεων ενδέχεται να
περιορίσει μέρος της
θετικής επίδρασης.
Η Eurobank
Equities
βασίζει τις προβλέψεις
της στην παραδοχή ότι το
επιτόκιο διευκόλυνσης
αποδοχής καταθέσεων της
ΕΚΤ θα βρίσκεται στο
2,75% στο τέλος του 2026
και στο 2,50% κατά την
περίοδο 2027-2028.
Με βάση τους
υπολογισμούς του οίκου,
μια πρόσθετη αύξηση
επιτοκίων κατά 50
μονάδες βάσης θα
μπορούσε να ενισχύσει τα
κέρδη του 2027 κατά
περίπου 2,6%-5%.
Αντίστοιχα, μια αύξηση
της τάξης των 35 μονάδων
βάσης θα ήταν αρκετή
ώστε να αντισταθμίσει τη
συρρίκνωση των
περιθωρίων δανεισμού
κατά 10 μονάδες βάσης.
Η άνοδος του κόστους
χρηματοδότησης θα
μπορούσε να οδηγήσει
ορισμένες επιχειρήσεις
στην αναβολή επενδυτικών
αποφάσεων. Ωστόσο, η
Eurobank
Equities
θεωρεί ότι η πορεία της
πιστωτικής επέκτασης θα
εξαρτηθεί σε σημαντικό
βαθμό από τις
πραγματικές επενδυτικές
ανάγκες και το απόθεμα
έργων που βρίσκονται σε
εξέλιξη, και όχι
αποκλειστικά από το
επίπεδο των επιτοκίων.
Η Γαλλία δημιουργεί
κινδύνους για τις
αποτιμήσεις
Παρά τις θετικές
προοπτικές των
τραπεζικών
αποτελεσμάτων, η
δημοσιονομική
αβεβαιότητα στη Γαλλία
αποτελεί δυνητικό
παράγοντα πίεσης για τις
αποτιμήσεις των
ελληνικών τραπεζών.
Η διαφορά απόδοσης
μεταξύ των ελληνικών και
των γερμανικών δεκαετών
ομολόγων διευρύνθηκε
κατά περισσότερες από 25
μονάδες βάσης,
προσεγγίζοντας τις 95
μονάδες βάσης.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της
Eurobank
Equities,
μια αύξηση του κόστους
ιδίων κεφαλαίων κατά 50
μονάδες βάσης θα
μπορούσε να μειώσει τις
εύλογες αποτιμήσεις των
τραπεζών κατά 4,4%-7%.
Εάν, ωστόσο, η αύξηση
του κόστους ιδίων
κεφαλαίων συνοδευόταν
από άνοδο των επιτοκίων
της ΕΚΤ κατά 50 μονάδες
βάσης, η ενίσχυση των
κερδών θα περιόριζε την
υπολειπόμενη αρνητική
επίδραση στις
αποτιμήσεις σε περίπου
0,4%-3%.
Η βασική εκτίμηση του
οίκου είναι, επομένως,
ότι η συγκεκριμένη
αβεβαιότητα συνιστά
περισσότερο
βραχυπρόθεσμο κίνδυνο
για τους
χρηματιστηριακούς
δείκτες αποτίμησης παρά
ουσιαστική απειλή για
την υποκείμενη
κερδοφορία των τραπεζών.
Αύξηση των προβλέψεων
για τα κέρδη κατά 2%-6%
Η Eurobank
Equities
αναβαθμίζει κατά περίπου
2%-6% τις εκτιμήσεις της
για τα συνολικά καθαρά
κέρδη των τραπεζών την
περίοδο 2026-2028. Η
αναθεώρηση στηρίζεται
κυρίως στα υψηλότερα
έσοδα από τόκους, στην
ενίσχυση των προμηθειών
και στη βελτίωση της
λειτουργικής
αποδοτικότητας.
Πρόσθετη στήριξη στην
αύξηση των κερδών ανά
μετοχή αναμένεται να
προσφέρουν και οι
επαναγορές ιδίων
μετοχών.
Παρά την άνοδο περίπου
32% που έχουν καταγράψει
οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες από την αρχή
του έτους, οι
αποτιμήσεις τους
εξακολουθούν, σύμφωνα με
τον οίκο, να εμφανίζουν
περιθώρια σύγκλισης με
τις ευρωπαϊκές
ομοειδείς.
Οι ελληνικές συστημικές
τράπεζες
διαπραγματεύονται
περίπου στις 9 φορές τα
εκτιμώμενα κέρδη του
2027 και στις 1,46 φορές
την ενσώματη λογιστική
τους αξία. Οι δείκτες
αυτοί αντιστοιχούν σε
έκπτωση περίπου 14%
έναντι των ιταλικών
τραπεζών και 12% έναντι
των ισπανικών.
Η διαφορά στις
αποτιμήσεις συνδέεται εν
μέρει με την εκτιμώμενη
προσαρμοσμένη απόδοση
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων για το 2027, η
οποία υπολογίζεται
περίπου στο 17% για τις
ελληνικές τράπεζες,
έναντι 18,6% για τις
ευρωπαϊκές ομοειδείς.
Από την άλλη πλευρά, οι
προοπτικές αύξησης των
κερδών ανά μετοχή και η
πιστωτική επέκταση
λειτουργούν
υποστηρικτικά. Η αύξηση
των κερδών ανά μετοχή
εκτιμάται στο 11,4%
έναντι 9% για τις
ευρωπαϊκές τράπεζες, ενώ
η πιστωτική επέκταση
προβλέπεται περίπου στο
8%, διπλάσια από το 4%
που αναμένεται για τις
ευρωπαϊκές ομοειδείς.
Alpha
Bank:
Η κορυφαία επιλογή με
περιθώρια ανατιμολόγησης
Η Alpha
Bank
αποτελεί την κορυφαία
επιλογή της
Eurobank
Equities,
καθώς ο οίκος εκτιμά ότι
η μετοχή της εξακολουθεί
να διαπραγματεύεται με
σημαντική έκπτωση σε
σχέση με τις προοπτικές
κερδοφορίας της.
Η αποτίμησή της
αντιστοιχεί περίπου σε
8,2 φορές τα εκτιμώμενα
κέρδη του 2027, ενώ ο
δείκτης PEG,
που συσχετίζει την
αποτίμηση με την
αναμενόμενη αύξηση των
κερδών, διαμορφώνεται
στο 0,49, έναντι 0,82
για τις ελληνικές
ομοειδείς τράπεζες.
Παράλληλα, η
Alpha
Bank
εμφανίζει έκπτωση
περίπου 25% στον δείκτη
τιμής προς ενσώματη
λογιστική αξία σε σχέση
με τον μέσο όρο των
ελληνικών τραπεζών, ο
οποίος βρίσκεται στις
1,46 φορές.
Ο σύνθετος ετήσιος
ρυθμός αύξησης των
κερδών ανά μετοχή για
την περίοδο 2025-2028
εκτιμάται στο 17%,
ενισχύοντας το
επιχείρημα ότι η μετοχή
διαθέτει περιθώρια
περαιτέρω ανατίμησης,
εφόσον επιβεβαιωθούν οι
προβλέψεις.
Πιθανό καταλύτη για την
επενδυτική αξιολόγηση
αποτελεί η Ημέρα
Επενδυτών της 5ης
Νοεμβρίου, κατά την
οποία αναμένονται
επικαιροποιημένοι στόχοι
για την κερδοφορία και
τις επιστροφές κεφαλαίου
στους μετόχους.
Συνολικά, η
Eurobank
Equities
εκτιμά ότι οι ελληνικές
τράπεζες εξακολουθούν να
συνδυάζουν ισχυρή αύξηση
κερδών, υψηλότερους
ρυθμούς πιστωτικής
επέκτασης και
ελκυστικότερες
αποτιμήσεις έναντι
σημαντικών ευρωπαϊκών
ανταγωνιστών. Παρά τους
κινδύνους που απορρέουν
από τις διεθνείς αγορές
ομολόγων και την πορεία
των επιτοκίων, η
αναθεώρηση των
προβλέψεων και των
τιμών-στόχων διατηρεί
θετική την επενδυτική
εικόνα του κλάδου.
|