|
Το σημαντικότερο είναι
ότι η σημερινή
επενδυτική ιστορία των
ελληνικών τραπεζών δεν
βασίζεται πλέον
αποκλειστικά στην
εξυγίανση. Η αγορά
αρχίζει να τις αποτιμά
ως οργανισμούς με
δυνατότητα παραγωγής
σταθερά υψηλής
κερδοφορίας.
Κέρδη με ανοδική
δυναμική έως το 2028
Παρά τις γεωπολιτικές
αβεβαιότητες και την
κατάσταση στη Μέση
Ανατολή, οι εκτιμήσεις
για την κερδοφορία των
τεσσάρων συστημικών
τραπεζών παραμένουν
ιδιαίτερα θετικές.
Με βάση το
consensus
της Visible
Alpha,
τα συνολικά καθαρά κέρδη
των Εθνικής Τράπεζας,
Alpha
Bank,
Eurobank
και Πειραιώς αναμένεται
να αυξηθούν κατά 6,7% το
2026 και κατά 14,8% το
2027, διατηρώντας ισχυρή
δυναμική και το 2028.
Ιδιαίτερα σημαντικό
είναι ότι η βελτίωση των
προβλέψεων δεν αποτελεί
απλώς αποτέλεσμα
χαμηλότερων προβλέψεων
για επισφάλειες. Η
οργανική ανάπτυξη αποκτά
ολοένα μεγαλύτερη
σημασία.
Η Εθνική, η Alpha
Bank
και η Eurobank
έχουν ήδη αυξήσει τους
στόχους τους για τα
κέρδη ανά μετοχή του
2026, ενώ η Πειραιώς
έχει επιβεβαιώσει ότι
βρίσκεται σε τροχιά
επίτευξης του στόχου για
κέρδη ανά μετοχή 0,90
ευρώ.
Στη Eurobank,
ο διευθύνων σύμβουλος
Φωκίων Καραβίας έχει
υπογραμμίσει ότι η
οργανική ανάπτυξη
κινείται ταχύτερα από
τις αρχικές προβλέψεις
τόσο στην Ελλάδα όσο και
στη Νοτιοανατολική
Ευρώπη. Η διοίκηση
εκτιμά ότι η δυναμική
αυτή είναι αρκετή ώστε
να οδηγήσει σε υπέρβαση
των ετήσιων στόχων παρά
τους γεωπολιτικούς
κινδύνους.
Η ελληνική οικονομία
λειτουργεί ως «καύσιμο»
Ο βασικότερος λόγος για
τον οποίο οι αναλυτές
βλέπουν περιθώριο
πολυετούς υπεραπόδοσης
είναι η ίδια η ελληνική
οικονομία.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να
αναπτύσσεται ταχύτερα
από τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ
οι επενδύσεις παραμένουν
σε υψηλά επίπεδα.
Ταυτόχρονα, η πιστωτική
επέκταση έχει επιστρέψει
και πλέον αποτελεί
βασικό μοχλό αύξησης των
εσόδων των τραπεζών.
Ιδιαίτερα σημαντικό
είναι ότι η νέα ζήτηση
για δάνεια προέρχεται
κυρίως από επιχειρήσεις
και συνδέεται με
επενδύσεις σε υποδομές,
ενέργεια, τουρισμό και
έργα που
χρηματοδοτούνται από το
Ταμείο Ανάκαμψης.
Αυτό διαφοροποιεί
σημαντικά τον σημερινό
πιστωτικό κύκλο από
προηγούμενες περιόδους.
Η ανάπτυξη δεν
στηρίζεται κυρίως στην
υπερχρέωση των
νοικοκυριών, αλλά σε
παραγωγικές επενδύσεις
και εταιρικές
χορηγήσεις.
Η Agapi
Mavrogianni
της Beta
Securities
επισημαίνει ότι η
εταιρική πιστωτική
επέκταση είναι
περισσότερο ανθεκτική
απέναντι σε
βραχυπρόθεσμες
γεωπολιτικές
αναταράξεις. Παράλληλα,
οι τράπεζες διαθέτουν
ισχυρές καταθετικές
βάσεις και χαμηλούς
δείκτες δανείων προς
καταθέσεις, γεγονός που
τους αφήνει σημαντικό
περιθώριο να αυξήσουν
τις χορηγήσεις.
Χαρακτηριστική είναι και
η θέση της Πειραιώς,
όπου ο Χρήστος Μεγάλου
έχει χαρακτηρίσει την
αύξηση των χορηγήσεων
βασικό πυλώνα της
σημερινής επίδοσης της
τράπεζας. Η πιστωτική
επέκταση πλέον
εμφανίζεται σε πολλούς
κλάδους της οικονομίας,
ενώ αρχίζει να
ανακάμπτει και η ζήτηση
από τα νοικοκυριά.
Το μεγάλο στοίχημα είναι
πλέον οι προμήθειες
Για χρόνια, τα καθαρά
έσοδα από τόκους
αποτελούσαν σχεδόν
αποκλειστικά τον
κινητήρα των ελληνικών
τραπεζών. Αυτό αλλάζει
σταδιακά.
Τα NII
θα παραμείνουν η
σημαντικότερη πηγή
εσόδων, αλλά η συμβολή
των προμηθειών αυξάνεται
ταχύτατα.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της
Visible
Alpha,
τα καθαρά έσοδα από
τόκους των τεσσάρων
συστημικών τραπεζών
αναμένεται να αυξηθούν
κατά 7,8% το 2026, 9,2%
το 2027 και 5,5% το
2028.
Παράλληλα, τα καθαρά
έσοδα από προμήθειες
προβλέπεται να αυξηθούν
κατά 18,9% το 2026. Το
μερίδιό τους στα
συνολικά έσοδα εκτιμάται
ότι θα φθάσει περίπου
στο 24% την περίοδο
2026-2028, έναντι 19,6%
το 2025.
Η αλλαγή αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την ποιότητα της
κερδοφορίας. Η ανάπτυξη
του wealth
management,
των ασφαλιστικών
προϊόντων, του
bancassurance
και άλλων υπηρεσιών
δημιουργεί
επαναλαμβανόμενα έσοδα
που δεν εξαρτώνται στον
ίδιο βαθμό από τα
επιτόκια.
Η Εθνική, για
παράδειγμα, δίνει
ιδιαίτερη έμφαση στη
συνεργασία με την
Allianz
και στην ανάπτυξη
ασφαλιστικών προϊόντων.
Αντίστοιχες κινήσεις
πραγματοποιούν και οι
υπόλοιπες τράπεζες μέσω
εξαγορών και στρατηγικών
συνεργασιών.
Έτσι, η ελληνική
τραπεζική αγορά
μετακινείται σταδιακά
από ένα μοντέλο που
βασίζεται κυρίως στο
spread
προς ένα
περισσότερο
διαφοροποιημένο μοντέλο
εσόδων.
Τα προβληματικά δάνεια
δεν αποτελούν πλέον τον
βασικό φόβο
Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή
σε σχέση με το παρελθόν
βρίσκεται στην ποιότητα
του ενεργητικού.
Οι δείκτες NPL
και NPE
έχουν μειωθεί δραστικά
και πλέον προσεγγίζουν
τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Οι
εκτιμήσεις της αγοράς
δείχνουν ότι τα
NPEs
μπορούν να υποχωρήσουν
προς το 2% έως το 2028.
Παράλληλα, το
cost
of
risk
αναμένεται να κινηθεί
σταδιακά προς τις 25-45
μονάδες βάσης.
Αυτό σημαίνει ότι η
κερδοφορία των τραπεζών
δεν χρειάζεται πλέον να
«θυσιάζει» μεγάλα ποσά
για την αντιμετώπιση του
παρελθόντος. Η περίοδος
κατά την οποία οι
τράπεζες έπρεπε να
διαθέτουν τεράστιους
πόρους για προβλέψεις
και εξυγίανση
ισολογισμών έχει σε
μεγάλο βαθμό παρέλθει.
Ο βασικός κίνδυνος πλέον
είναι διαφορετικός: μια
σοβαρή μακροοικονομική ή
γεωπολιτική επιδείνωση
θα μπορούσε να ανακόψει
την τάση και να
προκαλέσει νέα
δημιουργία προβληματικών
δανείων.
Το νέο ρίσκο: η
συγκέντρωση των δανείων
Η εξυγίανση των
ισολογισμών, ωστόσο,
δημιουργεί και μια νέα
πρόκληση.
Καθώς οι τράπεζες
αυξάνουν τις χορηγήσεις
τους, μεγαλύτερο μέρος
της πιστωτικής επέκτασης
κατευθύνεται προς
μεγάλες επιχειρήσεις. Η
εξέλιξη αυτή θεωρείται
θετική για την
κερδοφορία, αλλά αυξάνει
τον κίνδυνο
συγκέντρωσης.
Εάν ένα μικρότερο πλήθος
μεγάλων δανειοληπτών
αντιπροσωπεύει
μεγαλύτερο μέρος του
χαρτοφυλακίου, ένα
σοβαρό πρόβλημα σε
συγκεκριμένους κλάδους ή
επιχειρήσεις μπορεί να
έχει μεγαλύτερη επίδραση
στους ισολογισμούς.
Πρόκειται επομένως για
έναν κίνδυνο που οι
τράπεζες θα πρέπει να
διαχειριστούν καθώς
περνούν από τη φάση της
εξυγίανσης στη φάση της
επιθετικότερης
ανάπτυξης.
Η γεωπολιτική παραμένει
ο μεγάλος εξωγενής
παράγοντας
Η θετική εικόνα δεν
σημαίνει ότι ο ελληνικός
τραπεζικός κλάδος έχει
μείνει χωρίς κινδύνους.
Η κατάσταση στη Μέση
Ανατολή, οι τιμές
ενέργειας, ο πληθωρισμός
και η πορεία της
ευρωπαϊκής οικονομίας
μπορούν να επηρεάσουν
την πιστωτική ζήτηση και
την ποιότητα των
δανείων.
Μέχρι στιγμής, πάντως,
οι επιπτώσεις στην
ελληνική οικονομία
παραμένουν
περιορισμένες. Η
Morgan
Stanley
επισημαίνει ότι ο
τουρισμός δεν εμφανίζει
μέχρι στιγμής ουσιαστική
επιδείνωση, παρά τις
γεωπολιτικές εντάσεις
στην ευρύτερη περιοχή.
Αυτό είναι κρίσιμο για
τις τράπεζες, καθώς η
ισχυρή οικονομική
δραστηριότητα αποτελεί
την πρώτη γραμμή άμυνας
απέναντι σε εξωτερικά
σοκ.
Από τις «τράπεζες της
κρίσης» στις τράπεζες
της ανάπτυξης
Η μεγάλη αλλαγή στην
επενδυτική ιστορία των
ελληνικών τραπεζών είναι
επομένως ότι πλέον δεν
χρειάζεται να στηρίζεται
στην υπόσχεση μιας
μελλοντικής εξυγίανσης.
Η εξυγίανση έχει σε
μεγάλο βαθμό
πραγματοποιηθεί.
Το επόμενο κεφάλαιο
είναι η ανάπτυξη:
περισσότερα δάνεια,
υψηλότερα NII,
εκρηκτική αύξηση των
προμηθειών, χαμηλότερο
κόστος κινδύνου και
μεγαλύτερη διαφοροποίηση
των εσόδων.
Αυτό εξηγεί και γιατί οι
διεθνείς οίκοι βλέπουν
δυνατότητα υπεραπόδοσης
σε βάθος χρόνου. Οι
ελληνικές τράπεζες δεν
αποτελούν πλέον απλώς
ένα «turnaround
story»
της ευρωπαϊκής
περιφέρειας.
Μετατρέπονται σταδιακά
σε μια ιστορία
κερδοφορίας, πιστωτικής
ανάπτυξης και επιστροφής
κεφαλαίου στους μετόχους.
Το μεγάλο στοίχημα για
τα επόμενα χρόνια είναι
αν μπορούν να
διατηρήσουν αυτή τη
δυναμική χωρίς να
επαναλάβουν τα λάθη του
παρελθόντος: υπερβολική
πιστωτική επέκταση,
συγκέντρωση κινδύνου και
χαλάρωση των πιστωτικών
κριτηρίων.
Μέχρι σήμερα, πάντως, οι
ενδείξεις δείχνουν ότι ο
ελληνικός τραπεζικός
κλάδος έχει περάσει από
τη φάση της επιβίωσης
στη φάση της
κανονικοποίησης και της
ανάπτυξης.
|