|
JPMorgan: Διψήφια αύξηση
κερδών έως το 2028
Ο
αμερικανικός οίκος
προβλέπει μέση
ετήσια αύξηση των κερδών
ανά μετοχή κατά 12% την
περίοδο 2025–2028,
ενώ η απόδοση επί των
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων αναμένεται να
διαμορφωθεί κοντά στο
15%.
Πρόκειται για επίπεδα
που μεταφέρουν το
επενδυτικό ενδιαφέρον
από την εξυγίανση των
ισολογισμών στη
δυνατότητα των τραπεζών
να παράγουν σταθερά
υψηλή κερδοφορία.
Ταυτόχρονα, η JPMorgan
περιμένει ότι η
πιστωτική επέκταση θα
αποτελέσει έναν από τους
βασικούς κινητήρες της
κερδοφορίας. Τα
εξυπηρετούμενα δάνεια
εκτιμάται ότι θα
αυξάνονται κατά
8% έως 10% ετησίως,
με την επιχειρηματική
πίστη να βρίσκεται στην
πρώτη γραμμή.
Η
ζήτηση από επιχειρήσεις,
επενδυτικά σχέδια και
έργα που συνδέονται με
την ανάπτυξη της
ελληνικής οικονομίας
αναμένεται να αποτελέσει
τον βασικό μοχλό, ενώ
σταδιακά αναμένεται να
ενισχυθεί και η
στεγαστική πίστη.
Από
τα «κόκκινα» δάνεια στην
πιστωτική επέκταση
Η
εικόνα των ελληνικών
τραπεζών έχει αλλάξει
ριζικά σε σχέση με την
περίοδο της κρίσης.
Τα
μη εξυπηρετούμενα
ανοίγματα έχουν
περιοριστεί περίπου στο
2%–3%,
από επίπεδα που είχαν
ξεπεράσει το 50%
στην κορύφωση της
κρίσης. Παράλληλα, οι
τράπεζες έχουν
επιστρέψει στις διανομές
προς τους μετόχους, μετά
από περίπου 15 χρόνια
περιορισμών, αρχής
γενομένης από τα κέρδη
της χρήσης του 2023.
Η
βελτίωση αυτή
αποτυπώνεται και στην
αποδοτικότητα του
ενεργητικού. Σύμφωνα με
τα στοιχεία της
JPMorgan, η απόδοση
ενεργητικού του
ελληνικού τραπεζικού
συστήματος έχει
διαμορφωθεί περίπου στο
1,3%,
έναντι 0,6%
στην Ευρωζώνη.
Με
άλλα λόγια, οι ελληνικές
τράπεζες δεν στηρίζονται
πλέον μόνο στη μείωση
του κόστους κινδύνου και
στην εξυγίανση των
ισολογισμών. Έχουν
περάσει σε μια φάση όπου
η αύξηση των εσόδων και
η αποτελεσματικότερη
αξιοποίηση του
ενεργητικού μπορούν να
αποτελέσουν τον βασικό
οδηγό των κερδών.
Το
μεγάλο πλεονέκτημα: οι
καταθέσεις
Ένα
από τα σημαντικότερα
στοιχεία της ανάλυσης
της JPMorgan αφορά τη
δομή
χρηματοδότησης
των ελληνικών τραπεζών.
Οι
καταθέσεις αντιστοιχούν
περίπου στο 80%
των υποχρεώσεων
του ελληνικού τραπεζικού
συστήματος, έναντι
περίπου 52%
κατά μέσο όρο στην
Ευρωζώνη.
Παράλληλα, ο δείκτης
δανείων προς καταθέσεις
βρίσκεται περίπου στο
60%,
γεγονός που αφήνει
σημαντικό περιθώριο για
περαιτέρω πιστωτική
επέκταση χωρίς την
ανάγκη υπερβολικής
προσφυγής σε ακριβότερες
πηγές χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει
και η σύνθεση των
καταθέσεων. Περίπου
οκτώ στις δέκα
βρίσκονται σε
λογαριασμούς όψεως και
ταμιευτηρίου.
Αυτή η καταθετική βάση
λειτουργεί ως σημαντικό
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα. Όσο οι
τράπεζες μπορούν να
αυξάνουν τις χορηγήσεις
χωρίς αντίστοιχη αύξηση
του κόστους
χρηματοδότησης, τόσο
δημιουργούνται οι
προϋποθέσεις για
διατήρηση υψηλών
περιθωρίων και
κερδοφορίας.
Οι
προμήθειες και οι νέες
πηγές εσόδων
Η
ανάπτυξη δεν
περιορίζεται στα
επιτοκιακά έσοδα.
Η
JPMorgan βλέπει
περιθώρια ενίσχυσης των
εσόδων από προμήθειες,
καθώς η αυξημένη
οικονομική δραστηριότητα
μεταφράζεται σε
περισσότερες συναλλαγές,
χρηματοδοτήσεις,
επενδυτικές υπηρεσίες
και ασφαλιστικά
προϊόντα.
Παράλληλα, ενδεχόμενες
εξαγορές ή στρατηγικές
κινήσεις μπορούν να
προσθέσουν νέες πηγές
εσόδων και να ενισχύσουν
περαιτέρω την
αποδοτικότητα του
κλάδου.
Το
ζητούμενο είναι επομένως
να μετατραπεί η ισχυρή
κεφαλαιακή θέση σε
μεγαλύτερο ενεργητικό,
περισσότερα δάνεια και
υψηλότερα
επαναλαμβανόμενα κέρδη.
Το
+41% των τραπεζών
αλλάζει την εξίσωση
Εδώ
βρίσκεται και το βασικό
επενδυτικό ερώτημα.
Οι
τραπεζικές μετοχές έχουν
ήδη καταγράψει άνοδο
περίπου 41% από
την αρχή του 2026,
έναντι περίπου
21% για τον
ευρωπαϊκό τραπεζικό
δείκτη SX7E.
Το
ράλι αυτό έχει μειώσει
σημαντικά την έκπτωση με
την οποία
διαπραγματεύονταν οι
ελληνικές τράπεζες
έναντι των ευρωπαϊκών.
Η
JPMorgan εκτιμά ότι ο
κλάδος διαπραγματεύεται
περίπου στις 9
φορές τα εκτιμώμενα
κέρδη του 2028,
διατηρώντας έκπτωση
περίπου 10%
έναντι συγκρίσιμων
τραπεζών της Νότιας,
Κεντρικής και Ανατολικής
Ευρώπης.
Άρα, η εικόνα δεν είναι
πλέον αυτή μιας αγοράς
όπου οι ελληνικές
τράπεζες εμφανίζονται ως
βαθιά υποτιμημένες λόγω
των παλαιών προβλημάτων
τους. Η επενδυτική
περίπτωση πλέον
βασίζεται περισσότερο
στο κατά πόσο μπορούν να
επιτύχουν τις προβλέψεις
για διψήφια αύξηση
κερδών και υψηλές
αποδόσεις κεφαλαίων.
Eurobank και Πειραιώς
στο επίκεντρο
Στο
πλαίσιο αυτό, η JPMorgan
ξεχωρίζει τη
Eurobank και την
Πειραιώς,
συνδυάζοντας τις
προοπτικές ανάπτυξης,
τις αποδόσεις προς τους
μετόχους και τα επίπεδα
αποτίμησης.
Η
αναδιάρθρωση των
ευρωπαϊκών δεικτών
αποτελεί επιπλέον
καταλύτη. Η ένταξη
ελληνικών μετοχών στους
δείκτες Euro
STOXX και STOXX Europe
600 αναμένεται
να διευρύνει τη βάση των
διεθνών επενδυτών και,
σύμφωνα με την JPMorgan,
μπορεί να οδηγήσει σε
περίπου 1 δισ.
δολάρια παθητικών
εισροών.
Οι
εισροές αυτές αφορούν
κεφάλαια που
παρακολουθούν τους
δείκτες και δεν
αποτελούν πρόσθετα κέρδη
για τις ίδιες τις
τράπεζες. Ωστόσο,
μπορούν να επηρεάσουν τη
ζήτηση για τις μετοχές
και τη ρευστότητα της
αγοράς.
Το
μεγάλο στοίχημα από εδώ
και πέρα
Η
επόμενη φάση για τις
ελληνικές τράπεζες θα
κριθεί περισσότερο από
την πραγματική ανάπτυξη
των εργασιών τους παρά
από τη συνέχιση της
ανατιμητικής κίνησης που
βασίζεται αποκλειστικά
στην επαναξιολόγηση των
αποτιμήσεων.
Η
JPMorgan στηρίζει το
σενάριό της σε
8%–10% ετήσια αύξηση των
εξυπηρετούμενων δανείων,
περίπου 12%
αύξηση των κερδών ανά
μετοχή και
αποδόσεις ενσώματων
ιδίων κεφαλαίων κοντά
στο 15%.
Οι
βασικοί κίνδυνοι
βρίσκονται στην άλλη
πλευρά της εξίσωσης: μια
πιο αδύναμη πιστωτική
ζήτηση, μεγαλύτερη πίεση
στα επιτοκιακά
περιθώρια, χαμηλότερα
έσοδα από προμήθειες ή
αυξημένο κόστος
χρηματοδότησης θα
μπορούσαν να περιορίσουν
την ταχύτητα με την
οποία θα αυξηθούν τα
κέρδη.
Έτσι, μετά το
+41% του 2026,
το ερώτημα για τις
ελληνικές τράπεζες δεν
είναι πλέον εάν έχουν
αφήσει πίσω τους την
κρίση. Αυτό έχει σε
μεγάλο βαθμό αποτυπωθεί
ήδη στους ισολογισμούς
τους.
Το
κρίσιμο ερώτημα είναι
πόσο γρήγορα
μπορούν να αναπτύξουν τα
δάνεια και τα κέρδη τους
και πόσο από αυτή την
ανάπτυξη έχει ήδη
προεξοφληθεί στις
σημερινές τιμές των
μετοχών.
|