|
Η ΕΚΤ, σε πρόσφατη
έκθεσή της, επισημαίνει
την υπεροχή των
ελληνικών τραπεζών σε
σχέση με τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο, στους εξής
τομείς:
1.Η ετήσια αύξησή του
στο α΄ τρίμηνο έφτασε το
8,73% έναντι ανόδου κατά
4,7% στην Ευρώπη.
2. Οργανική κερδοφορία:
Η οργανική κερδοφορία
την ίδια περίοδο των
ελληνικών τραπεζών
διαμορφώθηκε στο 4,82%
έναντι 2,77% κατά μέσο
όρο στις συστημικές
τράπεζες της Ευρώπης.
3. Αποδοτικότητα: Ο
δείκτης κόστος προς
έσοδα διαμορφώθηκε στο
α΄ τρίμηνο σε 36% έναντι
55% στην Ευρώπη
συνολικά, με τη
διαμόρφωση των δεικτών
αποδοτικότητας στο 11%,
έναντι 10% του μέσου
ευρωπαϊκού όρου.
4. Ρευστότητα: Ο δείκτης
δάνεια προς καταθέσεις
διαμορφώθηκε σε 65%
έναντι 102% του μέσου
όρου στην Ευρώπη, ενώ ο
δείκτης κάλυψης
ρευστότητας
διαμορφώνεται στο 189%
έναντι 154% αντίστοιχα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος
Η Τράπεζα της Ελλάδος,
στην έκθεση για τη
Νομισματική Πολιτική,
αναφέρεται σε τρία
σημαντικά σημεία για την
εικόνα των ελληνικών
τραπεζών:
-Κεφαλαιακή επάρκεια: Η
απόδοση ιδίων κεφαλαίων
(ROE)
διαμορφώθηκε στο 10,7%,
παραμένοντας σημαντικά
υψηλότερα από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης,
γεγονός που επιβεβαιώνει
τη βελτίωση της
λειτουργικής
αποδοτικότητας των
ελληνικών τραπεζών, παρά
τη σημαντική αύξηση της
πιστωτικής επέκτασης και
τη διανομή κεφαλαίων.
Ο δείκτης κεφαλαιακής
επάρκειας CET1
διαμορφώθηκε στο 14,9%,
ενώ ο συνολικός δείκτης
κεφαλαίου παρέμεινε
κοντά στο 20%,
επιβεβαιώνοντας τη
δυνατότητα των τραπεζών
να απορροφήσουν
ενδεχόμενους εξωτερικούς
κραδασμούς.
Ιδιαίτερη ισχυρή ήταν
παρουσία των ελληνικών
τραπεζών στις διεθνείς
αγορές. Το 2025
αντλήθηκαν 2,7 δισ. μέσω
εκδόσεων τίτλων
AT1
και 0,9 δισ. μέσω
Tier
II
ομολόγων, ενώ το 2026
συνεχίζεται η δυναμική
πρόσβαση στις αγορές με
νέες εκδόσεις κεφαλαίων
και senior
bonds.
Ταυτόχρονα, επιταχύνεται
η έκδοση πράσινων
ομολόγων, με άντληση
κεφαλαίων ύψους 1,2 δισ.
ευρώ από τις αρχές του
έτους, στοιχείο που
αναδεικνύει τον
αυξανόμενο ρόλο των
τραπεζών στη
χρηματοδότηση της
πράσινης μετάβασης.
-Ποιότητα χαρτοφυλακίου:
Συνεχίζεται η βελτίωση
της ποιότητας
ενεργητικού με
σταθεροποίηση της
ποιότητας του δανειακού
χαρτοφυλακίου. Ο δείκτης
μη εξυπηρετούμενων
δανείων (ΜΕΔ)
διαμορφώθηκε στο 3,4%
κατά το πρώτο τρίμηνο
του 2026, παραμένοντας
σχεδόν αμετάβλητος σε
σχέση με το τέλος του
προηγούμενου έτους.
Παρότι εξακολουθεί να
βρίσκεται πάνω από τον
μέσο όρο της Ευρωζώνης,
η σύγκλιση με τα
ευρωπαϊκά επίπεδα
συνεχίζεται με σταθερό
ρυθμό.
Επίσης, το ποσοστό των
εξυπηρετούμενων δανείων
που παρουσιάζουν
αυξημένο πιστωτικό
κίνδυνο σε σχέση με την
αρχική αναγνώριση (Stage
2) ως προς το σύνολο των
δανείων (σε ατομική
βάση) περιορίστηκε στο
6,8%, επίπεδο χαμηλότερο
από τον αντίστοιχο
ευρωπαϊκό μέσο όρο,
γεγονός που αντανακλά τη
βελτιωμένη πιστοληπτική
συμπεριφορά των
δανειοληπτών και τις
περιορισμένες νέες
εισροές προβληματικών
δανείων. Η εξέλιξη αυτή
επέτρεψε τη μείωση των
προβλέψεων για πιστωτικό
κίνδυνο, ενισχύοντας
περαιτέρω τα οργανικά
αποτελέσματα του κλάδου.
Σημειώνεται ότι οι
τράπεζες στα
μεσοπρόθεσμα σχέδιά τους
αναμένουν περαιτέρω
σύγκλιση του δείκτη ΜΕΔ
προς τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο.
- Ρευστότητα: Η
ρευστότητα εξακολουθεί
να αποτελεί ένα από τα
σημαντικότερα
πλεονεκτήματα του
ελληνικού τραπεζικού
συστήματος. Παρά τη
μικρή υποχώρηση των
σχετικών δεικτών κατά το
πρώτο τρίμηνο του 2026,
ο δείκτης κάλυψης
ρευστότητας (LCR)
παρέμεινε στο ιδιαίτερα
υψηλό επίπεδο του
187,7%, σημαντικά
υψηλότερα τόσο από τις
εποπτικές απαιτήσεις όσο
και από τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης.
Την ίδια ώρα ο λόγος
δανείων προς καταθέσεις
διαμορφώθηκε στο 72,5%,
έναντι περίπου 100% στις
τράπεζες της Ευρωζώνης,
αντανακλώντας τις
ευνοϊκές συνθήκες
ρευστότητας στον εγχώριο
τραπεζικό τομέα και την
ευχέρεια των τραπεζών να
χρηματοδοτήσουν την
πραγματική οικονομία.
Οι διεθνείς οίκοι
Οι ελληνικές τράπεζες
πέρασαν με πολύ καλό
βαθμό τις πρόσφατες
εξετάσεις, τα αυστηρά
stress
tests
του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου, το
οποίο τις χαρακτηρίζει»
ανθεκτικές και καλά
κεφαλαιοποιημένες οι
ελληνικές τράπεζες.
Περιορισμένους κινδύνους
για τις τράπεζες, οι
οποίοι παραμένουν
διαχειρίσιμοι παρά τον
πόλεμο στη Μέση Ανατολή,
βλέπει το ΔΝΤ.
Παρά το ράλι τραπεζικών
μετοχών τα τελευταία
χρόνια, η Morgan
Stanley
θεωρεί ότι οι
αποτιμήσεις τους
παραμένουν ελκυστικές
καθώς διαπραγματεύονται
με περίπου 10%
χαμηλότερο δείκτη
P/E
έναντι του ευρωπαϊκού
τραπεζικού κλάδου.
Η Morgan
Stanley
εκτιμά ότι πρόσθετη
στήριξη για τις
ελληνικές τραπεζικές
μετοχές μπορεί να
προέλθει από την
αναβάθμιση της ελληνικής
αγοράς σε ανεπτυγμένη
από τους δείκτες
STOXX
και FTSE
φέτος τον Σεπτέμβριο και
από τον MSCI
το 2027.
Η UBS
διατηρεί σύσταση αγοράς
και για τις συστημικές
τράπεζες, θεωρώντας ότι
η πιστωτική ανάπτυξη, οι
στρατηγικές εξαγορές και
η ισχυρή κερδοφορία
συνεχίζουν να στηρίζουν
τις αποτιμήσεις.
Παρά τις γεωπολιτικές
αναταράξεις στη Μέση
Ανατολή και τις
ανησυχίες που έχουν
εκφραστεί για πιθανές
επιπτώσεις στην ελληνική
οικονομία, η UBS
εκτιμά ότι το επενδυτικό
αφήγημα για τις
ελληνικές τράπεζες
παραμένει ισχυρό, καθώς
οι βασικοί μοχλοί
ανάπτυξης του κλάδου
συνεχίζουν να
λειτουργούν χωρίς
ουσιαστικές διαταραχές.
Ο ελληνικός τραπεζικός
κλάδος διαπραγματεύεται
με P/E
8,1 φορές για το 2027,
κατά 13% χαμηλότερο σε
σχέση με τις ευρωπαϊκές
τράπεζες.
Σύμφωνα με τη
Deutsche
Bank,
οι ελληνικές και
κυπριακές τράπεζες
συνεχίζουν να
επωφελούνται από ένα
ισχυρότερο
μακροοικονομικό
περιβάλλον σε σχέση με
πολλές ευρωπαϊκές
οικονομίες. Η ανάπτυξη
παραμένει ανθεκτική, οι
επενδύσεις ενισχύονται
και η πιστωτική επέκταση
διατηρεί υψηλούς
ρυθμούς, κυρίως μέσω της
χρηματοδότησης
επιχειρήσεων.
Οι ελληνικές τράπεζες
έχουν ακόμη δρόμο
ανόδου, σημειώνει ο
αμερικανικός οίκος
Jefferies
και δηλώνει αγοραστής.
Υπογραμμίζει ότι οι
ελληνικές τράπεζες
δραστηριοποιούνται σε
ένα από τα πιο ελκυστικά
μακροοικονομικά
περιβάλλοντα της
Ευρώπης, ενώ παράλληλα
εξακολουθούν να
αποτιμώνται με
discount
περίπου 15% έναντι του
ευρωπαϊκού τραπεζικού
κλάδου, παρά τη
σημαντική βελτίωση των
θεμελιωδών μεγεθών της
οικονομίας.
Η Jefferies
εκτιμά ότι η Ελλάδα έχει
πλέον ολοκληρώσει τη
φάση της μεταμνημονιακής
ανάκαμψης και έχει
περάσει σε ένα νέο
στάδιο διατηρήσιμης
ανάπτυξης.
ΠΙΝΑΚΑΣ
Τιμές- στόχοι
Πειραιώς Alpha
Bank
Eurobank
Εθνική
UBS
11,2 4,9 4,7 18,2
M.S
11,3 4,9 4,9 17,2
D.B
10,5 4,8 5,0 17,1
HSBC 12,1 4,8 4,8 18,4
|