|
Πρωταγωνιστές στις
πωλήσεις μεταχειρισμένων
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του ναυλομεσιτικού οίκου
Allied
QuantumSea,
σε κυλιόμενη δωδεκάμηνη
βάση, από τον Αύγουστο
του 2025 έως τον
Αύγουστο του 2026, οι
ναυτιλιακές εταιρείες
ελληνικών συμφερόντων
κατέλαβαν την
πρώτη θέση παγκοσμίως
στις πωλήσεις
μεταχειρισμένων πλοίων.
Συνολικά πούλησαν
316 πλοία,
εκ των οποίων:
164 φορτηγά ξηρού
φορτίου
117 δεξαμενόπλοια
22 containerships
9 πλοία μεταφοράς αερίου
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε
η Κίνα με 156
πωλήσεις, ενώ η
Ιαπωνία ακολούθησε με
152.
Η διαφορά είναι
χαρακτηριστική και
δείχνει την ένταση με
την οποία οι Έλληνες
πλοιοκτήτες αξιοποιούν
τις υψηλές αποτιμήσεις
της αγοράς για να
ανακυκλώσουν τον στόλο
τους.
Πρώτη θέση και στις
αγορές
Η ελληνική ναυτιλία,
ωστόσο, δεν περιορίζεται
στις πωλήσεις.
Κατά το ίδιο δωδεκάμηνο,
οι Έλληνες πλοιοκτήτες
βρέθηκαν επίσης στην
πρώτη θέση
παγκοσμίως στις αγορές
μεταχειρισμένων πλοίων,
αποκτώντας συνολικά
229 πλοία.
Από αυτά, 120 ήταν
bulkers,
86 δεξαμενόπλοια, 18
containerships
και ένα πλοίο μεταφοράς
αερίου.
Η Κίνα ακολούθησε πολύ
κοντά με 212
αγορές,
επιβεβαιώνοντας τον
έντονο ανταγωνισμό
μεταξύ των δύο
μεγαλύτερων ναυτιλιακών
δυνάμεων.
Η ταυτόχρονη παρουσία
των Ελλήνων τόσο στην
κορυφή των πωλήσεων όσο
και των αγορών
αποτυπώνει μια σαφή
στρατηγική:
πωλούν παλαιότερα πλοία
όταν οι τιμές είναι
ελκυστικές και
επανατοποθετούν κεφάλαια
σε πλοία με καλύτερες
προοπτικές απόδοσης και
μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Οι υψηλές τιμές δίνουν
το σήμα για πωλήσεις
Το περιβάλλον της
second-hand
αγοράς αποτελεί ισχυρό
κίνητρο για τις
ρευστοποιήσεις.
Ενδεικτικά, η αξία ενός
δεκαετούς VLCC
έχει αυξηθεί κατά
53% σε
ετήσια βάση, φθάνοντας
περίπου τα 133
εκατ. δολάρια,
ενώ ένα VLCC
15ετίας έχει καταγράψει
ακόμη μεγαλύτερη άνοδο,
72%, με
την αξία του να
προσεγγίζει τα
100 εκατ. δολάρια.
Στην αγορά ξηρού
φορτίου, οι αξίες των
δεκαετών
Kamsarmax
και Ultramax
έχουν αυξηθεί κατά
22% και 29%
αντίστοιχα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
πώληση ενός παλαιότερου
πλοίου μπορεί να
αποφέρει ιδιαίτερα
σημαντικές υπεραξίες και
να απελευθερώσει
κεφάλαια για νέες
επενδύσεις.
Χαρακτηριστικό ήταν το
παράδειγμα του
Ιουλίου 2026,
όταν οι ελληνικές
εταιρείες
πραγματοποίησαν 14
πωλήσεις και μόλις
τέσσερις αγορές. Στις
συναλλαγές ξεχώρισε η
πώληση τεσσάρων
VLCCs
συνολικής αξίας περίπου
472 εκατ.
δολαρίων, με
την αξία μεμονωμένων
πλοίων να φθάνει έως και
τα 120 εκατ.
δολάρια.
Επιθετική στροφή στα
ναυπηγεία
Ταυτόχρονα με τις
πωλήσεις
μεταχειρισμένων, οι
Έλληνες εφοπλιστές
επιταχύνουν την ανανέωση
του στόλου μέσω νέων
ναυπηγήσεων.
Με βάση τις συμβάσεις
που έχουν υπογραφεί το
τελευταίο δωδεκάμηνο, η
Ελλάδα βρίσκεται και εδώ
στην πρώτη θέση
παγκοσμίως, με
συνολικά 312
νεότευκτα πλοία,
έναντι 301 της Κίνας.
Οι ελληνικές παραγγελίες
περιλαμβάνουν:
155 δεξαμενόπλοια
72 containerships
59 bulkers
24 gas
carriers
Ιδιαίτερα έντονη είναι η
δραστηριότητα στα
δεξαμενόπλοια.
Σύμφωνα με στοιχεία των
Xclusiv
Shipbrokers
και Veson
Nautical,
μόνο κατά το πρώτο
πεντάμηνο του 2026 οι
Έλληνες πλοιοκτήτες
παρήγγειλαν 111
δεξαμενόπλοια αξίας 10,2
δισ. δολαρίων,
ποσό που αντιστοιχεί σε
περισσότερο από
41% της παγκόσμιας
δαπάνης για τη
συγκεκριμένη κατηγορία.
Παράλληλα, παρήγγειλαν
35 bulkers
αξίας περίπου 2
δισ. δολαρίων,
ανεβάζοντας τις
συνολικές δεσμεύσεις της
περιόδου στα
12,2 δισ. δολάρια.
Κατά τους θερινούς μήνες
προστέθηκαν νέες
παραγγελίες για μεγάλα
bulkers,
δεξαμενόπλοια,
containerships
και LNG
carriers,
με τις παραδόσεις να
εκτείνονται από το 2027
έως και το 2030.
Πωλούν σήμερα για να
επενδύσουν στο αύριο
Η εικόνα που
διαμορφώνεται δεν
παραπέμπει σε
αποεπένδυση. Αντίθετα,
δείχνει μια
ενεργή αναδιάρθρωση του
ελληνόκτητου στόλου.
Οι πωλήσεις παλαιότερων
πλοίων πραγματοποιούνται
σε μια περίοδο υψηλών
αποτιμήσεων και
δημιουργούν σημαντικές
ταμειακές εισροές. Τα
κεφάλαια αυτά μπορούν
στη συνέχεια να
κατευθυνθούν σε
νεότευκτα πλοία, τα
οποία προσφέρουν
μεγαλύτερη ενεργειακή
αποδοτικότητα,
χαμηλότερο λειτουργικό
κόστος και καλύτερη
προσαρμογή στις νέες
περιβαλλοντικές
απαιτήσεις.
Για τους Έλληνες
πλοιοκτήτες, επομένως, η
συγκυρία λειτουργεί
διπλά:
κατοχυρώνουν υπεραξίες
από τον παλαιότερο στόλο
και ταυτόχρονα
εξασφαλίζουν τη θέση
τους στην επόμενη γενιά
της ναυτιλιακής αγοράς.
Ελάχιστες διαλύσεις λόγω
υψηλών ναύλων
Η ένταση των συναλλαγών
στη second-hand
αγορά συνδέεται και με
τη γενικότερη εικόνα της
παγκόσμιας ναυτιλίας.
Μέσα στο 2026 έχουν
καταγραφεί διεθνώς
1.042 πωλήσεις
πλοίων,
συνολικής χωρητικότητας
89,5 εκατ. dwt.
Αντίθετα, οι διαλύσεις
παραμένουν σε ιδιαίτερα
χαμηλά επίπεδα, με μόλις
224 πλοία,
συνολικής χωρητικότητας
6,3 εκατ. dwt,
να οδηγούνται σε
scrap.
Οι υψηλοί ναύλοι
περιορίζουν το κίνητρο
για απόσυρση πλοίων,
καθώς ακόμη και
παλαιότερες μονάδες
μπορούν να συνεχίσουν να
παράγουν σημαντικά
έσοδα.
Σε αυτό το σκηνικό, η
ελληνική ναυτιλία
φαίνεται να επιλέγει μια
διαφορετική οδό: αντί να
περιμένει την
υποχρεωτική απαξίωση του
στόλου, πουλά
επιλεκτικά όταν οι τιμές
είναι υψηλές και
επενδύει έγκαιρα στην
επόμενη γενιά πλοίων.
Με περισσότερα από
14 δισ. δολάρια
να έχουν κατευθυνθεί
μέσα στο 2026 σε
ναυπηγήσεις και αγορές
μεταχειρισμένων, η
στρατηγική αυτή
επιβεβαιώνει ότι η
ελληνική ναυτιλία δεν
περιορίζεται στη
διαχείριση του σημερινού
κύκλου. Επιχειρεί να
αξιοποιήσει τις υψηλές
τιμές του σήμερα για να
διαμορφώσει τον στόλο
που θα πρωταγωνιστήσει
στις αγορές της επόμενης
δεκαετίας.
|