|
Η εξέλιξη αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι αναταράξεις στις
αγορές ομολόγων
εντείνουν τις ανησυχίες
για τη βιωσιμότητα του
ευρωπαϊκού δημόσιου
χρέους. Μια νέα,
γενικευμένη εξαίρεση από
τους κανόνες του
Συμφώνου Σταθερότητας θα
μπορούσε να εκληφθεί ως
χαλάρωση της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας, με πιθανές
επιπτώσεις στο
επενδυτικό κλίμα.
Ρήτρα διαφυγής και
διαθέσιμος
δημοσιονομικός χώρος 700
εκατ. ευρώ
Η αφετηρία της ελληνικής
πρωτοβουλίας βρίσκεται
στην επέκταση της
εθνικής ρήτρας διαφυγής,
η οποία είχε αρχικά
σχεδιαστεί για να
καλύπτει αμυντικές
δαπάνες. Μετά την
έγκριση από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή του
ελληνικού αιτήματος, που
υποβλήθηκε στις αρχές
Αυγούστου, η εφαρμογή
της επεκτείνεται πλέον
και σε επενδύσεις που
σχετίζονται με την
ενεργειακή ασφάλεια.
Την ενεργοποίηση της
συγκεκριμένης
δυνατότητας είχαν
ζητήσει η Ελλάδα και η
Ιταλία, με το ελληνικό
αίτημα να εξασφαλίζει
πρώτο την επίσημη
έγκριση των
κρατών-μελών.
Ο υπουργός Εθνικής
Οικονομίας και
Οικονομικών, Κυριάκος
Πιερρακάκης, χαρακτήρισε
την απόφαση ιδιαίτερης
πολιτικής και
οικονομικής σημασίας,
επισημαίνοντας ότι η νέα
ρύθμιση επιτρέπει την
προώθηση κρίσιμων
επενδύσεων για τον
περιορισμό του
ενεργειακού κόστους.
Παράλληλα, υπογράμμισε
ότι διατηρείται η
δυνατότητα στήριξης
πολιτών και επιχειρήσεων
όταν οι οικονομικές
συνθήκες το καθιστούν
αναγκαίο.
Για την Ελλάδα, ο
συνολικός διαθέσιμος
δημοσιονομικός χώρος
μέσω της συγκεκριμένης
ρήτρας υπολογίζεται σε
700 εκατ. ευρώ για τη
διετία 2026-2027. Από το
ποσό αυτό, τα 300 εκατ.
ευρώ αντιστοιχούν στο
2026 και τα υπόλοιπα 400
εκατ. ευρώ στο 2027.
Η κυβέρνηση δεν ζητά την
αύξηση του συγκεκριμένου
ορίου ούτε την
εξασφάλιση πρόσθετων
κονδυλίων. Αντίθετα,
επιδιώκει να αποκτήσει
τη δυνατότητα μεταφοράς
μέρους των διαθέσιμων
πόρων από επενδύσεις
ενεργειακής ασφάλειας
προς προσωρινά και
στοχευμένα μέτρα
στήριξης νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με πηγές που
γνωρίζουν τις
διαβουλεύσεις, η πρόταση
αφορά ουσιαστικά μια
εσωτερική ανακατανομή
των διαθέσιμων πόρων (reallocation)
και όχι την πρόσθετη
κατανομή νέων κονδυλίων
(extra
allocation).
Για να προχωρήσει,
απαιτείται ευρύτερη
ερμηνεία των επιλέξιμων
δαπανών που μπορούν να
ενταχθούν στο υφιστάμενο
πλαίσιο της ρήτρας.
Με αυτόν τον τρόπο, η
Αθήνα επιχειρεί να
διατηρήσει σταθερό το
συνολικό δημοσιονομικό
όριο, εξασφαλίζοντας
παράλληλα μεγαλύτερη
ευελιξία στην
αντιμετώπιση των
επιπτώσεων της
ενεργειακής κρίσης.
Το μήνυμα των Βρυξελλών
και οι ανησυχίες για το
δημόσιο χρέος
Η ελληνική πρόταση
διαμορφώνεται σε ένα
περιβάλλον αυξημένης
ευαισθησίας για τη
δημοσιονομική πολιτική
στην Ευρώπη. Οι
αναταράξεις στην αγορά
ομολόγων καθιστούν
δυσκολότερη την
υιοθέτηση νέων
γενικευμένων εξαιρέσεων
από τους δημοσιονομικούς
κανόνες, καθώς οι
κυβερνήσεις καλούνται να
ισορροπήσουν ανάμεσα
στην ανάγκη στήριξης της
οικονομίας και στη
διατήρηση της
εμπιστοσύνης των
επενδυτών.
Το μήνυμα της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής ήταν σαφές.
Μετά το Eurogroup,
ο επίτροπος Οικονομίας
Βάλντις Ντομπρόβσκις
υπογράμμισε ότι δεν
είναι δυνατόν να
δημιουργούνται διαρκώς
νέες μορφές
δημοσιονομικής
ευελιξίας.
Ταυτόχρονα, ωστόσο,
διευκρίνισε ότι η
Κομισιόν θα εξετάσει
περαιτέρω τις προτάσεις
της Ελλάδας και της
Ιταλίας. Στο πλαίσιο
αυτό, αναφέρθηκε στις
σχετικές επαφές με τους
υπουργούς Οικονομικών
των δύο χωρών, Κυριάκο
Πιερρακάκη και Τζανκάρλο
Τζορτζέτι.
Η στάση αυτή αφήνει
περιθώρια για συνέχιση
της διαπραγμάτευσης,
χωρίς να προεξοφλεί την
αποδοχή του ελληνικού
αιτήματος. Το ζητούμενο
για την Αθήνα είναι να
εξασφαλίσει μια
λειτουργική λύση που θα
επιτρέπει την
αντιμετώπιση των
ενεργειακών πιέσεων,
χωρίς να δημιουργεί την
εντύπωση ότι επιδιώκεται
παράκαμψη των ευρωπαϊκών
δημοσιονομικών
δεσμεύσεων.
Στην πράξη, η ελληνική
πλευρά προσπαθεί να
αξιοποιήσει τα περιθώρια
που προσφέρει το
υφιστάμενο πλαίσιο,
αποφεύγοντας μια
αντιπαράθεση με τις
Βρυξέλλες σε μια περίοδο
κατά την οποία η
δημοσιονομική αξιοπιστία
των κρατών-μελών
βρίσκεται και πάλι στο
επίκεντρο των αγορών.
Προτεραιότητα τα
στοχευμένα μέτρα αντί
των οριζόντιων
επιδοτήσεων
Η Αθήνα επιδιώκει να
διαμορφώσει ένα πλαίσιο
παρεμβάσεων που θα
ανταποκρίνεται στις
ανάγκες νοικοκυριών και
επιχειρήσεων, χωρίς να
ενθαρρύνει την
υπερβολική κατανάλωση
ενέργειας και καυσίμων.
Η κατεύθυνση αυτή
συμβαδίζει με τη θέση
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
υπέρ προσωρινών,
στοχευμένων και
προσαρμοσμένων μέτρων,
αντί οριζόντιων
επιδοτήσεων που θα
μπορούσαν να αυξήσουν τη
ζήτηση καυσίμων και να
επιβαρύνουν περαιτέρω τα
δημόσια οικονομικά.
Στόχος είναι η διαθέσιμη
στήριξη να κατευθυνθεί
εκεί όπου οι επιπτώσεις
της ενεργειακής κρίσης
είναι εντονότερες, με
συγκεκριμένη διάρκεια
και σαφή κριτήρια
εφαρμογής. Η προσέγγιση
αυτή θα επέτρεπε στην
κυβέρνηση να παρέμβει
εφόσον οι συνθήκες το
απαιτήσουν, χωρίς να
αναλάβει νέες, μόνιμες
δημοσιονομικές
υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με πηγές που
παρακολουθούν τις
σχετικές συζητήσεις, η
ελληνική πρόταση
αντιμετωπίστηκε θετικά
από την πλειονότητα των
κρατών-μελών, μεταξύ των
οποίων και ορισμένες
χώρες του ευρωπαϊκού
Βορρά. Η θετική αυτή
ανταπόκριση δεν συνιστά
ακόμη οριστική συμφωνία,
αλλά δημιουργεί
προϋποθέσεις για
περαιτέρω τεχνική
επεξεργασία της
πρότασης.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα
αναμένεται στη Σύνοδο
Κορυφής της Πέμπτης,
όπου ιδιαίτερη σημασία
θα έχει η διατύπωση των
συμπερασμάτων των
Ευρωπαίων ηγετών. Εφόσον
υπάρξει κατάλληλη
πολιτική κατεύθυνση, θα
μπορούσε να ανοίξει ο
δρόμος για να εξετάσει η
Κομισιόν τις
λεπτομέρειες της
ελληνικής πρότασης και
τις δυνατότητες
εφαρμογής της.
Για την ελληνική
κυβέρνηση, το στοίχημα
είναι διπλό: να
διατηρήσει τη δυνατότητα
παρέμβασης υπέρ της
πραγματικής οικονομίας,
εφόσον η ενεργειακή
κρίση επιδεινωθεί, και
ταυτόχρονα να αποφύγει
κινήσεις που θα
μπορούσαν να επιβαρύνουν
την αξιοπιστία της
δημοσιονομικής πολιτικής
της χώρας.
Η τελική έκβαση των
διαβουλεύσεων θα κρίνει
εάν η Αθήνα θα μπορέσει
να αξιοποιήσει
διαφορετικά μέρος των
700 εκατ. ευρώ της
διετίας 2026-2027,
μετατρέποντας τον
διαθέσιμο δημοσιονομικό
χώρο σε ένα πιο ευέλικτο
εργαλείο στήριξης
απέναντι στις νέες
ενεργειακές πιέσεις.
|