|
Στα
κέντρα λήψης αποφάσεων,
η συζήτηση έχει ήδη
μετατοπιστεί από την
απλή παρακολούθηση των
τιμών στην αξιολόγηση
της ανθεκτικότητας της
οικονομίας απέναντι σε
ένα παρατεταμένο σοκ
κόστους. Το βασικό
ερώτημα είναι κατά πόσο
η άνοδος των τιμών
ενέργειας μπορεί να
συμπέσει με επιβράδυνση
της ανάπτυξης, οδηγώντας
σε ένα περιβάλλον
στασιμοπληθωρισμού. Σε
ορισμένες περιπτώσεις
εξετάζονται ακόμη και
σενάρια έκτακτης
παρέμβασης, χωρίς όμως
να υπάρχει προς το παρόν
πολιτική βούληση για
δημόσια προετοιμασία των
αγορών.
Σε
αντίθεση με το παρελθόν,
το σοκ δεν εκδηλώνεται
σε περίοδο ισχυρής
ανάπτυξης, αλλά σε μια
συγκυρία ήδη
περιορισμένων αντοχών.
Την
ίδια στιγμή, σε
ενεργειακούς ομίλους και
μεγάλες εμπορικές
εταιρείες, η προσοχή
μετατοπίζεται από την
τιμή του Brent στην
πιθανότητα διαταραχής
των φυσικών ροών μέσω
των Στενά του Ορμούζ,
εφόσον δεν υπάρξει
συμφωνία. Στελέχη της
αγοράς επισημαίνουν ότι
σχέδια έκτακτης ανάγκης
που είχαν εγκαταλειφθεί
μετά την κρίση του 2022
επανενεργοποιούνται, ενώ
αυξάνεται η ζήτηση για
ασφάλιση φορτίων και
εναλλακτικές διαδρομές.
Σε
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
και διεθνείς
οργανισμούς, η εμπειρία
της δεκαετίας του ’70
επανέρχεται όχι ως
ιστορική αναφορά, αλλά
ως πιθανό σενάριο. Ήδη
εξετάζονται επιπτώσεις
από διατήρηση υψηλών
τιμών ενέργειας σε
πληθωρισμό, κατανάλωση
και βιομηχανική
παραγωγή.
Η
σύγκριση δεν είναι
τυχαία. Τότε, ένα
γεωπολιτικό σοκ στην
προσφορά πετρελαίου
οδήγησε σε απότομη άνοδο
τιμών και ταυτόχρονη
επιβράδυνση της
ανάπτυξης. Σήμερα, η
πιθανή διαταραχή στα
Στενά του Ορμούζ
επαναφέρει το ίδιο
δίλημμα: πώς
αντιμετωπίζεται ένας
πληθωρισμός που
προέρχεται από την
ενέργεια χωρίς να
επιδεινωθεί η ύφεση.
Η
ανησυχία δεν αφορά μόνο
το ύψος των τιμών, αλλά
κυρίως τη διάρκειά τους.
Ένα προσωρινό σοκ μπορεί
να απορροφηθεί· ένα
παρατεταμένο, όμως,
επηρεάζει τις προσδοκίες
και αυξάνει συστημικά
τον κίνδυνο.
Η
αγορά σε κατάσταση
συναγερμού
Σε
αντίθεση με προηγούμενες
κρίσεις, οι αγορές
αντιδρούν άμεσα. Η
μεταβλητότητα δείχνει
ότι ο γεωπολιτικός
κίνδυνος ενσωματώνεται
γρήγορα στις τιμές.
Αυτό μεταφέρει το κόστος
στην πραγματική
οικονομία νωρίτερα και
δημιουργεί έναν φαύλο
κύκλο: όσο αυξάνονται οι
τιμές λόγω φόβου, τόσο
ενισχύεται η πιθανότητα
πραγματικής διαταραχής
μέσω αλλαγών στη
συμπεριφορά επιχειρήσεων
και καταναλωτών.
Μεγάλοι traders και
ενεργειακοί όμιλοι
προσαρμόζουν ήδη
στρατηγικές με βάση
σενάρια και όχι τρέχοντα
δεδομένα: αυξημένη
ασφάλιση φορτίων,
επανεξέταση διαδρομών
και αναθεώρηση
αποθεμάτων.
Το
δίλημμα των κεντρικών
τραπεζών επιστρέφει
Για
τις κεντρικές τράπεζες,
το νέο περιβάλλον είναι
ιδιαίτερα απαιτητικό. Η
άνοδος της ενέργειας
ενισχύει τον πληθωρισμό,
αλλά ταυτόχρονα
περιορίζει την
κατανάλωση και την
ανάπτυξη.
Εξετάζονται εναλλακτικά
σενάρια πολιτικής ώστε
να αποφευχθούν λάθη του
παρελθόντος, ωστόσο
παραμένει το βασικό
πρόβλημα: τα εργαλεία
αντιμετώπισης του
πληθωρισμού ενδέχεται να
επιδεινώσουν την
οικονομική επιβράδυνση.
Τι
αλλάζει σε σχέση με τη
δεκαετία του ’70
Παρά τις ομοιότητες,
υπάρχουν και διαφορές. Η
παγκόσμια οικονομία
είναι λιγότερο
ενεργοβόρα, οι
ενεργειακές πηγές πιο
διαφοροποιημένες και τα
στρατηγικά αποθέματα
μεγαλύτερα. Επιπλέον, οι
κεντρικές τράπεζες
διαθέτουν μεγαλύτερη
εμπειρία στη διαχείριση
πληθωρισμού.
Ωστόσο, η σημερινή
συγκυρία έχει τη δική
της ιδιαιτερότητα: υψηλό
χρέος, εύθραυστες
εφοδιαστικές αλυσίδες
και αυξημένη γεωπολιτική
αβεβαιότητα. Το σοκ
έρχεται σε μια περίοδο
περιορισμένων αντοχών
και όχι ισχυρής
ανάπτυξης.
Αυτό οδηγεί αρκετούς
αναλυτές στο συμπέρασμα
ότι ακόμη κι αν δεν
επαναληφθεί πλήρως το
σενάριο της δεκαετίας
του ’70, η τρέχουσα
κρίση μπορεί να
αποδειχθεί εξίσου
επιβαρυντική, ακριβώς
επειδή πλήττει μια ήδη
ευάλωτη παγκόσμια
οικονομία.
Το
πιο ανησυχητικό στοιχείο
είναι ότι η βασική
διαταραχή —μια
ουσιαστική διακοπή των
ενεργειακών ροών— δεν
έχει ακόμη συμβεί. Και
παρ’ όλα αυτά, το κόστος
αρχίζει ήδη να γίνεται
αισθητό τόσο στις αγορές
όσο και στην πραγματική
οικονομία.
|