|
Στις συστάσεις του
περιλαμβάνονται η
ενίσχυση της
τηλεργασίας, η μείωση
των ορίων ταχύτητας
στους αυτοκινητοδρόμους,
ο περιορισμός των
αεροπορικών μετακινήσεων
όπου υπάρχουν
εναλλακτικές, η στροφή
στη χρήση ηλεκτρικής
ενέργειας αντί φυσικού
αερίου για οικιακές
ανάγκες και η
βελτιστοποίηση της
κατανάλωσης
υδρογονανθράκων από τη
βιομηχανία.
Η παγκόσμια ενεργειακή
αγορά εισέρχεται σε μία
από τις πιο αβέβαιες
φάσεις της, με
απροσδιόριστη διάρκεια
και ένταση της κρίσης,
γεγονός που εντείνει
τους φόβους για
μακροχρόνιες επιπτώσεις
στην παγκόσμια
οικονομία.
Για την ενεργειακά
ευάλωτη Ευρώπη, το
περιβάλλον γίνεται
ολοένα και πιο
απειλητικό. Η κρίση του
2022 άφησε πίσω της μια
εύθραυστη οικονομική
δομή, με απώλεια
ανταγωνιστικότητας,
περιορισμένο τεχνολογικό
πλεονέκτημα και
αυξημένες γεωπολιτικές
αδυναμίες, ενώ η άνοδος
του ενεργειακού κόστους
συνεχίζει να τροφοδοτεί
τον πληθωρισμό.
Το ζήτημα αυτό είχε ήδη
αναδειχθεί ως κρίσιμο
από την έκθεση Ντράγκι,
η οποία συνέδεσε άμεσα
την ανταγωνιστικότητα
της ευρωπαϊκής
οικονομίας με το υψηλό
ενεργειακό κόστος και
τις δυσλειτουργίες της
αγοράς που δεν
επιτρέπουν την πλήρη
αποσύνδεση των τιμών της
καθαρής ενέργειας από τα
ορυκτά καύσιμα. Παρά τη
μετάβαση στις ΑΠΕ, η
μεταβλητότητα στις τιμές
φυσικού αερίου εκτιμάται
ότι θα συνεχιστεί σε όλη
τη δεκαετία.
Ήδη πριν τη νέα κρίση,
οι τιμές ηλεκτρικής
ενέργειας στην Ευρώπη
ήταν δύο έως τρεις φορές
υψηλότερες από τις
Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ
στο φυσικό αέριο η
απόκλιση έφτανε έως και
πέντε φορές.
Το 2022, το βασικό
πρόβλημα ήταν η επάρκεια
εφοδιασμού, καθώς η
Ευρώπη εξαρτιόταν σε
μεγάλο βαθμό από ρωσικές
εισαγωγές. Η διαταραχή
αυτή εκτόξευσε τις τιμές
σε ιστορικά επίπεδα, με
το φυσικό αέριο να
φτάνει έως τα 320 ευρώ/MWh
και το ηλεκτρικό ρεύμα
έως τα 400 ευρώ/MWh.
Σήμερα, το ζήτημα έχει
μετατοπιστεί κυρίως στις
τιμές. Η Ευρώπη
εξαρτάται πλέον σε
μεγάλο βαθμό από φορτία
LNG
στην αγορά spot,
τα οποία, υπό συνθήκες
κρίσης, γίνονται
εξαιρετικά περιζήτητα,
οδηγώντας σε νέα άνοδο
των τιμών. Ακόμη και σε
ένα σενάριο
αποκλιμάκωσης της
έντασης στον Περσικό
Κόλπο, οι τιμές
εκτιμάται ότι θα
σταθεροποιηθούν σε
επίπεδα υψηλότερα από
αυτά πριν την κρίση.
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί η αγορά φυσικού
αερίου. Ακόμη και αν
αποκατασταθεί η ομαλή
λειτουργία στα Στενά του
Ορμούζ, τα προβλήματα
παραγωγής στο Κατάρ λόγω
επιθέσεων θα συνεχίσουν
να περιορίζουν την
προσφορά. Στον κόμβο
TTF
της Ολλανδία, οι τιμές
έχουν ήδη διπλασιαστεί
σε σχέση με τα επίπεδα
πριν την κρίση.
Στην Ελλάδα, οι
επιπτώσεις γίνονται ήδη
αισθητές, με τις τιμές
καυσίμων να πλησιάζουν
τα 2 ευρώ ανά λίτρο. Οι
αυξήσεις στο φυσικό
αέριο αναμένεται να
μετακυλιστούν στις τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας από
τον Απρίλιο,
επηρεάζοντας κυρίως τα
κυμαινόμενα («πράσινα»)
τιμολόγια και
επιβαρύνοντας περίπου το
60% των καταναλωτών.
Αντίθετα, όσοι διαθέτουν
σταθερά («μπλε»)
τιμολόγια προστατεύονται
προς το παρόν, αν και τα
νέα συμβόλαια θα
προσφέρονται σε
υψηλότερες τιμές, καθώς
η κρίση έχει ήδη
εξαντλήσει τα χαμηλά
επίπεδα κόστους.
Η κατάσταση αναμένεται
να επιδεινωθεί κατά τους
θερινούς μήνες εάν η
κρίση παραταθεί, ενώ ένα
βαρύς χειμώνας θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
νέα εκτίναξη των τιμών,
ιδιαίτερα σε χώρες με
υψηλή εξάρτηση από το
φυσικό αέριο.
Σε περίπτωση που οι
τιμές λιανικής
ξεπεράσουν τα 15-16
λεπτά ανά κιλοβατώρα, η
κυβέρνηση εξετάζει την
επαναφορά επιδοτήσεων,
αξιοποιώντας μηχανισμούς
αντίστοιχους με εκείνους
του 2022, πιθανώς μέσω
φορολόγησης των
υπερκερδών στη
χονδρεμπορική αγορά.
Παράλληλα, αναμένονται
παρεμβάσεις και στα
καύσιμα, ακόμη και στο
φορολογικό σκέλος, ενώ
τα εγχώρια διυλιστήρια
ενδέχεται να
απορροφήσουν μέρος των
αυξήσεων, ιδιαίτερα
ενόψει περιόδων
αυξημένης ζήτησης όπως
το Πάσχα.
Συνολικά, η Ευρώπη
βρίσκεται ξανά μπροστά
σε ένα γνώριμο αλλά πιο
σύνθετο ενεργειακό σοκ,
με λιγότερα διαθέσιμα
εργαλεία και μεγαλύτερη
δομική ευαλωτότητα.
|