|
Η
Γαλλία στο επίκεντρο των
πιέσεων
Η γαλλική κυβέρνηση
επιχειρεί να
αποκαταστήσει την
εμπιστοσύνη των
επενδυτών μέσω ενός
φιλόδοξου σχεδίου
δημοσιονομικής
προσαρμογής.
Το προσχέδιο
προϋπολογισμού που
παρουσίασε ο υπουργός
Οικονομικών
Roland
Lescure
προβλέπει μέτρα ύψους
43 δισ. ευρώ
με στόχο τη μείωση του
δημοσιονομικού
ελλείμματος. Η επιτυχία
του σχεδίου, ωστόσο,
εξαρτάται και από τη
δυνατότητα της
κυβέρνησης να
εξασφαλίσει την
απαιτούμενη πολιτική
στήριξη.
Η αγορά παρακολουθεί
στενά κατά πόσο το
Παρίσι θα μπορέσει να
υλοποιήσει τις
δεσμεύσεις του, καθώς η
άνοδος των αποδόσεων
αυξάνει σταδιακά το
κόστος εξυπηρέτησης και
αναχρηματοδότησης του
χρέους.
Ο Theurer
εκτιμά ότι οι υπεύθυνοι
χάραξης πολιτικής στη
Γαλλία και στην υπόλοιπη
Ευρωζώνη αντιλαμβάνονται
τη σοβαρότητα της
κατάστασης. Παράλληλα,
ξεκαθάρισε ότι δεν
υπάρχουν αυτή τη στιγμή
ενδείξεις μιας
θεμελιωδώς μη βιώσιμης
τάσης στις
χρηματοπιστωτικές αγορές
που να δικαιολογεί
παρέμβαση της Ευρωπαϊκής
Κεντρικής Τράπεζας.
Η
ΕΚΤ δεν βρίσκεται ακόμη
στο τραπέζι
Η πιθανότητα παρέμβασης
της ΕΚΤ έχει επανέλθει
στο προσκήνιο, καθώς οι
αναταράξεις στα γαλλικά
ομόλογα επηρεάζουν το
ευρύτερο περιβάλλον
χρηματοδότησης της
Ευρωζώνης.
Ωστόσο, η
Bundesbank
εμφανίζεται επιφυλακτική
απέναντι σε μια τέτοια
προοπτική. Η θέση της
είναι ότι οι κυβερνήσεις
πρέπει πρώτα να
αντιμετωπίσουν τις
δημοσιονομικές αδυναμίες
τους, αντί να βασίζονται
στην πιθανότητα στήριξης
από την κεντρική
τράπεζα.
Η διάκριση είναι
ουσιαστική: η άνοδος των
αποδόσεων δεν αποτελεί
από μόνη της λόγο για
νομισματική παρέμβαση.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι
εάν οι πιέσεις
αντανακλούν προσωρινή
μεταβλητότητα ή
βαθύτερες αμφιβολίες για
τη βιωσιμότητα του
δημόσιου χρέους και τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
μιας χώρας.
Η
Ιταλία περιορίζει τις
αμυντικές δαπάνες
Οι δημοσιονομικές
πιέσεις δεν αφορούν μόνο
τη Γαλλία. Στην Ιταλία,
η κυβέρνηση προχώρησε σε
περικοπές αμυντικών
δαπανών κατά την
τελευταία τροποποίηση
του προϋπολογισμού,
επιδιώκοντας να
περιορίσει το έλλειμμα.
Η εξέλιξη αναδεικνύει το
δύσκολο δίλημμα που
αντιμετωπίζουν αρκετές
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις:
πρέπει να περιορίσουν τα
ελλείμματα και να
σταθεροποιήσουν το χρέος
τους, την ώρα που
καλούνται να
χρηματοδοτήσουν
αυξημένες αμυντικές
ανάγκες, επενδύσεις και
άλλες δημόσιες δαπάνες.
Η αύξηση των επιτοκίων
δανεισμού περιορίζει
ακόμη περισσότερο τα
περιθώρια ελιγμών, καθώς
μεγαλύτερο μέρος των
δημόσιων πόρων
κατευθύνεται σταδιακά
στην εξυπηρέτηση του
χρέους.
Το
μήνυμα του ΔΝΤ για τα
χρέη-ρεκόρ
Στην ανάγκη έγκαιρης
δημοσιονομικής
προσαρμογής έχει
αναφερθεί και η γενική
διευθύντρια του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου,
Kristalina
Georgieva.
Όπως προειδοποίησε, οι
αυξημένες δαπάνες μετά
την πανδημία και τους
πολέμους στην Ουκρανία
και στη Μέση Ανατολή
έχουν οδηγήσει ορισμένες
χώρες έξω από τα ασφαλή
δημοσιονομικά περιθώρια.
Το ΔΝΤ καλεί τις
κυβερνήσεις να δράσουν
πριν οι πιέσεις
μετατραπούν σε
σοβαρότερο πρόβλημα, σε
ένα περιβάλλον όπου τα
επίπεδα δημόσιου χρέους
παραμένουν ιδιαίτερα
υψηλά και το κόστος
χρηματοδότησης δεν
επιτρέπει την ίδια
ευελιξία με την
προηγούμενη δεκαετία.
Στο ίδιο πλαίσιο, η
Bundesbank
υποστηρίζει μια
μεσοπρόθεσμη στρατηγική
που θα περιλαμβάνει
αυστηρότερο έλεγχο των
δαπανών και μεγαλύτερη
έμφαση σε επενδύσεις που
ενισχύουν την οικονομική
ανάπτυξη.
Ακόμη και η Γερμανία
καλείται να κινηθεί
προσεκτικά
Παρά τη συγκριτικά
καλύτερη δημοσιονομική
της θέση, η Γερμανία δεν
θεωρεί ότι μπορεί να
αγνοήσει τις εξελίξεις.
Ο Theurer
σημείωσε ότι και το
γερμανικό δημόσιο χρέος
αυξάνεται,
υπογραμμίζοντας την
ανάγκη να ξεκινήσει
εγκαίρως η πορεία
δημοσιονομικής
εξυγίανσης.
Το βασικό μήνυμα της
Bundesbank
είναι ότι η
δημοσιονομική αξιοπιστία
δεν μπορεί να θεωρείται
δεδομένη, ακόμη και για
χώρες με ισχυρότερη
οικονομική βάση.
Οι τελευταίες
αναταράξεις στις αγορές
ομολόγων λειτουργούν,
επομένως, ως
προειδοποίηση για το
σύνολο της Ευρώπης. Δεν
σηματοδοτούν κατ’ ανάγκη
μια νέα κρίση χρέους,
αναδεικνύουν όμως πόσο
ευάλωτες μπορούν να
γίνουν οι υπερχρεωμένες
οικονομίες όταν
συνδυάζονται υψηλά
ελλείμματα, πολιτική
αβεβαιότητα και αυξημένο
κόστος δανεισμού.
|