|
Τα αποθέματα αποτελούν
το μεγάλο «αγκάθι»
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
εντοπίζεται στις
αποθήκες φυσικού αερίου.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου,
οι αποθήκες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
βρίσκονταν περίπου στο
65% της συνολικής
χωρητικότητάς τους,
αντιστοιχώντας σε
περίπου 739 TWh.
Το επίπεδο αυτό είναι
περίπου 17% χαμηλότερο
από τον μέσο όρο της
τελευταίας πενταετίας
για την ίδια εποχή,
γεγονός που περιορίζει
τα περιθώρια ασφαλείας
ενόψει του χειμώνα και
διατηρεί αυξημένη την
πίεση στις τιμές.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι
η κατάσταση στη
Γερμανία. Η μεγαλύτερη
αγορά φυσικού αερίου της
Ευρώπης διαθέτει
αποθέματα που
αντιστοιχούν μόλις στο
53,3% της χωρητικότητας,
περίπου 131,4 TWh.
Το Βερολίνο έχει ήδη
προειδοποιήσει ότι η
επίτευξη του στόχου για
πληρότητα 70% έως τον
Νοέμβριο παραμένει
δύσκολη, παρά τη
βελτίωση των ρυθμών
αναπλήρωσης.
Χαμηλές πληρότητες
καταγράφονται επίσης
στην Ολλανδία, στο
47,3%, στη Λετονία, στο
45%, και στη Σλοβακία,
στο 50,5%.
Στον αντίποδα, η Ιταλία
έχει αποθέματα στο
83,1%, ενώ η Πολωνία και
η Πορτογαλία βρίσκονται
ακόμη υψηλότερα, στο
93,5% και 93,1%
αντίστοιχα.
Η διαφορετική εικόνα
μεταξύ των κρατών
αυξάνει την ευαισθησία
της ευρωπαϊκής αγοράς,
καθώς χώρες με υψηλή
βιομηχανική κατανάλωση
και μεγαλύτερη εξάρτηση
από εισαγωγές θα βρεθούν
σε δυσμενέστερη θέση εάν
η ζήτηση αυξηθεί
απότομα.
Η Ευρώπη δίνει μάχη για
τα φορτία LNG
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον
δεν είναι μόνο η
ποσότητα του φυσικού
αερίου που υπάρχει στις
αποθήκες, αλλά και το
πόσο εύκολα μπορεί η
Ευρώπη να εξασφαλίσει
νέες ποσότητες.
Η γεωπολιτική ένταση στη
Μέση Ανατολή έχει
περιπλέξει περαιτέρω την
κατάσταση, με τους
περιορισμούς στις
εξαγωγές του Κατάρ και
την αβεβαιότητα γύρω από
τις ενεργειακές ροές
μέσω των Στενών του
Ορμούζ να ενισχύουν τον
ανταγωνισμό για
LNG.
Την ίδια στιγμή, η
Ευρώπη καλείται να
ανταγωνιστεί την Ασία
για τα διαθέσιμα φορτία.
Εάν οι Ασιάτες αγοραστές
είναι διατεθειμένοι να
πληρώσουν υψηλότερες
τιμές, οι ευρωπαϊκές
χώρες θα χρειαστεί να
προσφέρουν ακόμη
μεγαλύτερο
premium
προκειμένου να
προσελκύσουν τα φορτία
που χρειάζονται.
Αυτό δημιουργεί έναν
φαύλο κύκλο: χαμηλά
αποθέματα αυξάνουν την
ανάγκη για εισαγωγές, η
αυξημένη ζήτηση εντείνει
τον ανταγωνισμό και ο
ανταγωνισμός οδηγεί τις
τιμές υψηλότερα.
Τα 60-70 ευρώ και το
σενάριο των 120 ευρώ
Η Morningstar
εκτιμά ότι για να
ολοκληρώσει η Ευρώπη τον
χειμώνα με ένα επαρκές
επίπεδο αποθεμάτων
ασφαλείας, οι τιμές του
TTF
θα χρειαστεί να
παραμείνουν περίπου στα
60-70 ευρώ/MWh.
Σε αυτά τα επίπεδα
δημιουργούνται οι
απαραίτητες οικονομικές
συνθήκες ώστε να
κατευθυνθούν περισσότερα
φορτία αμερικανικού
LNG
προς την ευρωπαϊκή
αγορά.
Ωστόσο, σε περίπτωση
ενός ιδιαίτερα ψυχρού
χειμώνα, η εικόνα θα
μπορούσε να αλλάξει
δραματικά. Η
Morningstar
τοποθετεί ένα πιθανό
εύρος τιμών στα 90-120
ευρώ/MWh,
εφόσον η αυξημένη ζήτηση
συμπέσει με περιορισμένη
προσφορά.
Άλλες εκτιμήσεις αφήνουν
ανοιχτό ακόμη και το
ενδεχόμενο οι ευρωπαϊκές
τιμές αναφοράς να
χρειαστεί να ξεπεράσουν
τα 100 ευρώ/MWh,
προκειμένου να
εξασφαλιστούν επαρκείς
ποσότητες LNG
εάν δεν αποκατασταθούν
σημαντικές ενεργειακές
ροές από τη Μέση
Ανατολή.
Το 2027 φέρνει κάποια
ανακούφιση, όχι όμως
λύση
Η εικόνα αναμένεται να
βελτιωθεί σταδιακά από
το 2027, καθώς η
παγκόσμια αγορά
LNG
εκτιμάται ότι θα γίνει
πιο ισορροπημένη.
Η Morningstar
προβλέπει χαλάρωση του
ισοζυγίου προσφοράς και
ζήτησης LNG,
χωρίς όμως αυτό να
σημαίνει ότι η Ευρώπη θα
επιστρέψει άμεσα στις
πολύ χαμηλές τιμές του
παρελθόντος.
Για το 2027, η εκτίμηση
τοποθετεί το ευρωπαϊκό
φυσικό αέριο κοντά στα
σημερινά προθεσμιακά
επίπεδα, περίπου στα 49
ευρώ/MWh.
Αντίστοιχα, η γερμανική
ηλεκτρική ενέργεια
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθεί κοντά στα
110 ευρώ/MWh.
Με άλλα λόγια, ακόμη και
όταν οι συνθήκες στην
παγκόσμια αγορά
LNG
βελτιωθούν, η Ευρώπη
αναμένεται να συνεχίσει
να πληρώνει ένα
σημαντικό ενεργειακό
premium.
Το μεγαλύτερο ρίσκο
είναι η ευρωπαϊκή
βιομηχανία
Η παρατεταμένη
ενεργειακή ακρίβεια
αποτελεί πλέον ένα από
τα σημαντικότερα
προβλήματα
ανταγωνιστικότητας της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι ενεργοβόρες
βιομηχανίες βρίσκονται
αντιμέτωπες με υψηλότερο
κόστος παραγωγής σε
σχέση με ανταγωνιστές
από περιοχές όπου η
ενέργεια είναι
φθηνότερη. Η
Morningstar
προειδοποιεί ότι η
παρατεταμένη πίεση
μπορεί να επιταχύνει την
αποβιομηχάνιση και να
περιορίσει περαιτέρω τη
ζήτηση ενέργειας στην
Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, οι
υψηλές τιμές δημιουργούν
ευνοϊκότερο περιβάλλον
για τις ενεργειακές
επιχειρήσεις, οι οποίες
μπορούν να αξιοποιήσουν
την αυξημένη κερδοφορία
για επενδύσεις σε
δίκτυα, υποδομές και
ανανεώσιμες πηγές.
Η Ευρώπη έχει μέχρι
στιγμής αποφύγει την
επανάληψη του ακραίου
σεναρίου του 2022, όμως
η νέα άνοδος των τιμών
δείχνει ότι η ενεργειακή
της εξάρτηση παραμένει
ένα από τα μεγαλύτερα
διαρθρωτικά της
προβλήματα.
Με τις αποθήκες να
ξεκινούν τον χειμώνα σε
χαμηλότερα επίπεδα, τον
ανταγωνισμό για
LNG
να εντείνεται και τη
γεωπολιτική αβεβαιότητα
να παραμένει υψηλή, η
αγορά φυσικού αερίου
βρίσκεται ξανά στο
επίκεντρο. Και αυτή τη
φορά, το μεγάλο ερώτημα
δεν είναι αν η Ευρώπη θα
έχει αρκετό αέριο, αλλά
πόσο ακριβά θα
χρειαστεί να το αγοράσει
για να το εξασφαλίσει.

|