|
Η AI
μπορεί να επεξεργαστεί
τεράστιους όγκους
δεδομένων, να εντοπίσει
πρότυπα, να συγκρίνει
επιχειρηματικές
στρατηγικές, να αναλύσει
ανταγωνιστές και να
δημιουργήσει εναλλακτικά
σενάρια σε ελάχιστο
χρόνο και με πολύ
χαμηλότερο κόστος.
Και εδώ βρίσκεται η
βασική διαφορά με
επαγγέλματα όπως η
νομική ή η λογιστική. Ο
δικηγόρος ή ο λογιστής
δεν πουλά μόνο γνώση,
αλλά αναλαμβάνει
συγκεκριμένη
επαγγελματική ευθύνη για
το αποτέλεσμα. Οι
στρατηγικοί σύμβουλοι,
αντίθετα, πωλούν σε
μεγάλο βαθμό την ίδια
την ιδέα.
Εάν, λοιπόν, μια μηχανή
μπορεί να παράγει την
ίδια ή και καλύτερη
στρατηγική ταχύτερα και
φθηνότερα, τότε ένα
σημαντικό μέρος του
παραδοσιακού
ανταγωνιστικού
πλεονεκτήματος του
κλάδου χάνει την αξία
του.
Τι ακριβώς αγοράζουν οι
επιχειρήσεις από τους
συμβούλους;
Η αξία των εταιρειών
συμβούλων μπορεί να
ερμηνευθεί με
διαφορετικούς τρόπους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις
λειτουργούν ως μια
ανεξάρτητη «σφραγίδα
έγκρισης» για αποφάσεις
που η διοίκηση έχει
ουσιαστικά ήδη λάβει. Σε
άλλες μεταφέρουν
βέλτιστες πρακτικές από
μια επιχείρηση ή έναν
κλάδο σε έναν άλλο. Και
σε κάποιες περιπτώσεις
συμβάλλουν πραγματικά
στη βελτίωση της
παραγωγικότητας και της
λειτουργίας μιας
εταιρείας.
Σε όλες αυτές τις
δραστηριότητες, όμως, η
AI
αποκτά ολοένα
μεγαλύτερες δυνατότητες.
Το κρίσιμο ερώτημα
επομένως δεν είναι αν η
τεχνητή νοημοσύνη μπορεί
να κάνει την αναλυτική
δουλειά των συμβούλων.
Είναι πλέον προφανές ότι
μπορεί να κάνει μεγάλο
μέρος της.
Το ερώτημα είναι
τι απομένει να προσφέρει
ο άνθρωπος σύμβουλος.
Εκεί βρίσκεται το
τελευταίο μεγάλο
πλεονέκτημα
Οι ίδιες οι εταιρείες
συμβούλων υποστηρίζουν
ότι η πραγματική αξία
τους δεν βρίσκεται πλέον
τόσο στην ανάλυση όσο
στην εφαρμογή
της αλλαγής.
Μια στρατηγική μπορεί να
είναι εξαιρετική στα
χαρτιά. Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι μπορεί να
εφαρμοστεί εύκολα μέσα
σε έναν πραγματικό
οργανισμό.
Οι εργαζόμενοι μπορεί να
αντιδρούν, τα
διευθυντικά στελέχη να
έχουν διαφορετικά
συμφέροντα, τα τμήματα
να ανταγωνίζονται μεταξύ
τους και σημαντικές
πληροφορίες να μην
καταγράφονται ποτέ σε
επίσημες βάσεις
δεδομένων.
Αυτό ακριβώς είναι το
σημείο που, σύμφωνα με
τον οικονομολόγο Λούις
Γκαρικάνο, η ανθρώπινη
παρουσία εξακολουθεί να
έχει ιδιαίτερη αξία.
Οι κρίσιμες πληροφορίες
για έναν επιχειρηματικό
μετασχηματισμό
βρίσκονται συχνά
διάσπαρτες στους
ανθρώπους μιας
εταιρείας. Είναι άτυπες,
εμπειρικές και πολλές
φορές δεν καταγράφονται
πουθενά. Μπορεί μάλιστα
να αποκρύπτονται
σκόπιμα, επειδή
συνδέονται με εσωτερικές
αντιπαραθέσεις,
πολιτικές ισορροπίες ή
προσωπικά συμφέροντα.
Η γνώση αυτή δεν
εξάγεται απλώς με την
επεξεργασία δεδομένων.
Πρέπει να αναζητηθεί
μέσα από συζητήσεις,
διαπραγματεύσεις,
συγκρούσεις και τη
δημιουργία εμπιστοσύνης.
Αυτό είναι κάτι που η
AI,
τουλάχιστον προς το
παρόν, δυσκολεύεται να
αναπαράγει πλήρως.
Από την πώληση γνώσης
στην πώληση αλλαγής
Εδώ ενδέχεται να
βρίσκεται και η νέα
ταυτότητα του κλάδου.
Οι σύμβουλοι στρατηγικής
μπορεί στο μέλλον να μην
πληρώνονται τόσο για το
ότι γνωρίζουν την
απάντηση, αλλά για το
ότι μπορούν να
κάνουν έναν οργανισμό να
την εφαρμόσει.
Η AI
θα μπορεί να απαντά στο
«τι πρέπει να κάνουμε;».
Ο άνθρωπος σύμβουλος θα
πρέπει να απαντά στο
πολύ δυσκολότερο «πώς θα
κάνουμε τους ανθρώπους
να το κάνουν;».
Η διάκριση αυτή είναι
κρίσιμη. Γιατί η πρώτη
υπηρεσία είναι εύκολο να
τυποποιηθεί και να γίνει
φθηνή. Η δεύτερη απαιτεί
πολιτική αντίληψη,
επικοινωνία,
διαπραγμάτευση, ηγετικές
ικανότητες και βαθιά
κατανόηση της ανθρώπινης
συμπεριφοράς.
Ο κλάδος, όμως,
πιθανότατα θα μικρύνει
Ακόμη και αν οι
σύμβουλοι καταφέρουν να
μετακινηθούν προς αυτή
τη νέα μορφή υπηρεσιών,
ο Άρμστρονγκ εκτιμά ότι
ο κλάδος είναι πιθανό να
συρρικνωθεί.
Ο λόγος είναι απλός: η
αναλυτική εργασία που
αποτελούσε μεγάλο μέρος
του μοντέλου χρέωσης
μετατρέπεται σταδιακά σε
εμπόρευμα.
Όταν μια εργασία που
απαιτούσε εβδομάδες από
μια ομάδα συμβούλων
μπορεί να ολοκληρωθεί
μέσα σε ώρες από ένα
σύστημα AI,
είναι δύσκολο να
διατηρηθούν οι ίδιες
αμοιβές και οι ίδιες
ομάδες προσωπικού.
Αυτό θα επηρεάσει
αναπόφευκτα και το
μοντέλο εκπαίδευσης των
νέων συμβούλων.
Παραδοσιακά, οι νεότεροι
εργαζόμενοι αποκτούσαν
εμπειρία
πραγματοποιώντας μεγάλο
όγκο αναλυτικής
εργασίας. Εάν αυτή η
δουλειά αυτοματοποιηθεί,
θα πρέπει να βρεθεί ένας
διαφορετικός τρόπος
εκπαίδευσης της επόμενης
γενιάς στελεχών.
Παράλληλα, είναι πιθανό
να αλλάξει και το
μοντέλο αμοιβών, με
μεγαλύτερη έμφαση σε
αμοιβές που συνδέονται
με το αποτέλεσμα
και όχι με τον αριθμό
των ωρών που εργάστηκε
μια ομάδα συμβούλων.
Η ειρωνεία της AI
Ίσως το πιο ενδιαφέρον
στοιχείο της εξέλιξης
είναι η ειρωνεία που
κρύβεται πίσω από αυτήν.
Οι εταιρείες στρατηγικών
συμβούλων έχουν περάσει
δεκαετίες συμβουλεύοντας
τις επιχειρήσεις να
αυτοματοποιήσουν
διαδικασίες, να αυξήσουν
την παραγωγικότητα, να
περιορίσουν το κόστος
και να προσαρμοστούν
στην τεχνολογική αλλαγή.
Τώρα καλούνται να
εφαρμόσουν τις ίδιες
ακριβώς συμβουλές στον
εαυτό τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν
σημαίνει απαραίτητα το
τέλος των στρατηγικών
συμβούλων. Σημαίνει όμως
πιθανότατα το τέλος της
εποχής κατά την οποία
μπορούσαν να χρεώνουν
υψηλές αμοιβές απλώς
επειδή διέθεταν
περισσότερους ανθρώπους
για να συλλέγουν
δεδομένα, να δημιουργούν
παρουσιάσεις και να
πραγματοποιούν
αναλύσεις.
Στο νέο περιβάλλον, η
πραγματική αξία θα
βρίσκεται ολοένα
λιγότερο στην
παραγωγή της γνώσης
και περισσότερο στην
εφαρμογή της.
Και αυτή ίσως είναι η
μεγαλύτερη πρόκληση για
έναν κλάδο που μέχρι
σήμερα πληρωνόταν κυρίως
για να λέει στις
επιχειρήσεις πώς πρέπει
να αλλάξουν: να
αποδείξει ότι μπορεί και
ο ίδιος να αλλάξει
αρκετά γρήγορα.
|