|
Πολλοί από όσους
σχολιάζουν αυτή την
αλλαγή έχουν
επικεντρωθεί στις
επιπτώσεις για τα
πανεπιστήμια, την έρευνα
και την καινοτομία.
Ωστόσο, όσο βάσιμες και
αν είναι αυτές οι
ανησυχίες, ίσως
υπερεκτιμούν τις άμεσες
συνέπειες. Οι πιο
ταλαντούχοι φοιτητές θα
συνεχίσουν να βρίσκουν
τρόπους να έρχονται στις
ΗΠΑ, τα κορυφαία
πανεπιστήμια θα
συνεχίσουν να τους
προσελκύουν και οι
εργοδότες θα συνεχίσουν
να τους υποστηρίζουν
μέσω χορηγίας βίζας. Η
πολιτική αυξάνει το
κόστος και δημιουργεί
αβεβαιότητα, αλλά δεν
κλείνει εντελώς την
πόρτα.
Το μήνυμα που στέλνει
αυτή η αλλαγή έχει πολύ
μεγαλύτερη εμβέλεια. Για
τον μέσο φοιτητή στο
εξωτερικό — όχι τον
εξαιρετικό υποψήφιο με
πολλαπλές προσφορές από
κορυφαία ιδρύματα, αλλά
τον φιλόδοξο νέο που
ελπίζει ότι η εκπαίδευση
μπορεί να του προσφέρει
έναν δρόμο προς ένα
καλύτερο μέλλον — ο
υπολογισμός αλλάζει.
Κάθε πρόσθετο διοικητικό
εμπόδιο, κάθε αύξηση της
αβεβαιότητας και κάθε
μήνυμα ότι οι ξένοι
είναι λιγότερο
ευπρόσδεκτοι αποθαρρύνει
τις αιτήσεις.
Σε κάποιο βαθμό, αυτή η
μετατόπιση μπορεί να
αντανακλά τις
μεταβαλλόμενες
οικονομικές
πραγματικότητες. Για
δεκαετίες, οι διεθνείς
φοιτητές κάλυπταν
κρίσιμους ρόλους ως
βοηθοί έρευνας, βοηθοί
διδασκαλίας και
ερευνητές σε εργαστήρια,
πριν μετακινηθούν σε
τεχνολογικές εταιρείες
και άλλους κλάδους που
αναζητούσαν εργαζομένους
υψηλής εξειδίκευσης.
Καθώς η τεχνητή
νοημοσύνη αρχίζει να
αυτοματοποιεί ορισμένες
από αυτές τις εργασίες
και οι εργοδότες
προβλέπουν ένα μέλλον
που θα απαιτεί
λιγότερους εργαζόμενους
αρχικού επιπέδου σε
επαγγέλματα γνώσης, τα
οικονομικά κίνητρα για
την εισαγωγή ταλέντων
μπορεί να εξασθενήσουν.
Το αν αυτή η μετάβαση θα
αποδειχθεί τόσο
εκτεταμένη όσο πολλοί
αναμένουν, μένει να
φανεί. Δεν θα ήταν
παράξενο αν οι
μεταβαλλόμενες συνθήκες
στην αγορά εργασίας
έκαναν τις κυβερνήσεις
πιο πρόθυμες να
περιορίσουν τη
μετανάστευση υψηλής
ειδίκευσης. Αλλά ακόμη
και αν αυτή η ερμηνεία
είναι σωστή, παραβλέπει
αυτό που ιστορικά έκανε
τις ΗΠΑ ξεχωριστές ως τη
χώρα των ευκαιριών.
Οι συζητήσεις για την
ανισότητα στις
ανεπτυγμένες οικονομίες
επικεντρώνονται συνήθως
στις διαφορές εντός των
χωρών: οι προοδευτικοί
δίνουν έμφαση στην
ανισότητα εισοδήματος
και πλούτου, ενώ οι
συντηρητικοί
επισημαίνουν τις
γεωγραφικές ανισότητες
που προκλήθηκαν από την
αποβιομηχάνιση και την
παγκοσμιοποίηση. Όμως,
ενώ και οι δύο αυτές
ανησυχίες είναι
σημαντικές, ωχριούν
μπροστά στις ανισότητες
που δημιουργούνται απλώς
από το τυχαίο γεγονός
ότι κάποιος γεννήθηκε σε
μία χώρα αντί για κάποια
άλλη.
Ένα παιδί που γεννιέται
στη Σομαλία
αντιμετωπίζει ευκαιρίες
θεμελιωδώς διαφορετικές
από εκείνες που έχει ένα
παιδί που γεννιέται στις
ΗΠΑ. Ένα κορίτσι που
γεννιέται σήμερα στο
Αφγανιστάν έρχεται
αντιμέτωπο με εμπόδια
που ένα κορίτσι με τα
ίδια ακριβώς ταλέντα και
γεννημένο στη Σουηδία
είναι απίθανο να
αντιμετωπίσει ποτέ.
Αυτές οι ανισότητες
ξεπερνούν κατά πολύ
πολλές από εκείνες που
κυριαρχούν στην πολιτική
συζήτηση στις πλούσιες
χώρες.
Ωστόσο, η πολιτική
φιλοσοφία έχει γενικά
αντιμετωπίσει τα εθνικά
σύνορα ως ηθικά
καθοριστικά. Ακόμη και ο
Τζον Ρολς, του οποίου το
«πέπλο της άγνοιας»
έγινε ένα από τα πιο
επιδραστικά πλαίσια για
τη σκέψη γύρω από τη
δικαιοσύνη, δεν έφτασε
στο σημείο να εφαρμόσει
την αρχή αυτή μεταξύ
χωρών. Αν κάποιος
τύχαινε να γεννηθεί σε
έναν τόπο που προσφέρει
ελάχιστες ευκαιρίες,
αυτό το δυσάρεστο
μειονέκτημα παρέμενε σε
μεγάλο βαθμό εκτός του
πεδίου της
αναδιανεμητικής
δικαιοσύνης.
Για μεγάλο μέρος της
ιστορίας της, η Αμερική
αποτελούσε μια σημαντική
εξαίρεση, όχι από
αλτρουισμό, αλλά επειδή
η ανοιχτότητα
εξυπηρετούσε τα
συμφέροντά της. Η χώρα
υποδεχόταν ανθρώπους
πρόθυμους να εργαστούν
σκληρά, να δημιουργήσουν
επιχειρήσεις, να
σπουδάσουν, να
καινοτομήσουν και να
συμβάλουν στην
οικονομική ανάπτυξη. Το
αποτέλεσμα ωφέλησε τόσο
τους μετανάστες όσο και
τις ίδιες τις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
πρέπει να εξιδανικεύουμε
το αμερικανικό όνειρο. Η
έρευνα του οικονομολόγου
του Χάρβαρντ Ρατζ Τσέτι
έχει δείξει σε ποιο
βαθμό οι προοπτικές ενός
παιδιού εξαρτώνται από
το πού μεγαλώνει μέσα
στις ΗΠΑ. Στο σημαντικό
βιβλίο τους
Streets
of
Gold,
οι οικονομολόγοι Ραν
Αμπραμίτσκι και Λία
Μπουστάν έχουν δείξει
ότι η κλασική ιστορία
του μετανάστη που
μετατρέπεται από «φτωχός
σε πλούσιος» συχνά
εξελισσόταν μέσα σε
γενιές και όχι μέσα σε
μία μόνο ζωή. Πολλοί
μετανάστες παρέμεναν
φτωχοί· ήταν τα παιδιά
και τα εγγόνια τους που
ανέβαιναν στην
οικονομική κλίμακα.
Όμως αυτά τα ευρήματα
ενισχύουν το ευρύτερο
επιχείρημα. Η πρώτη
γενιά μπορεί να μην
ευημερούσε πάντοτε, αλλά
οι γονείς-μετανάστες
έδιναν στους απογόνους
τους ευκαιρίες που θα
ήταν αδιανόητες αν είχαν
παραμείνει στις χώρες
καταγωγής τους. Το
αμερικανικό όνειρο δεν
ήταν ποτέ εγγύηση
επιτυχίας. Ήταν εγγύηση
ότι η επιτυχία ήταν
δυνατή.
Φυσικά, αυτή η
δυνατότητα κατανέμεται
άνισα: το οικογενειακό
υπόβαθρο, η γειτονιά, τα
σχολεία και τα κοινωνικά
δίκτυα επηρεάζουν όλα το
αν τα άτομα
αντιλαμβάνονται καν τις
διαθέσιμες ευκαιρίες.
Ωστόσο, αποτελεί
καλύτερη προοπτική από
την κατάσταση που
αντιμετωπίζουν
εκατομμύρια άνθρωποι σε
όλο τον κόσμο, των
οποίων οι ευκαιρίες
περιορίζονται όχι μόνο
από τις συνθήκες, αλλά
και από τα σύνορα που
δεν μπορούν να
διασχίσουν.
Αυτή η δυνατότητα έχει
επίσης διαφοροποιήσει
τις ΗΠΑ από πολλές
πλούσιες κοινωνίες που
υπερηφανεύονται για την
ισότητα και την
κοινωνική δικαιοσύνη,
αλλά διατηρούν πολύ πιο
περιοριστικά καθεστώτα
μετανάστευσης. Η
ανοιχτότητα της Αμερικής
δεν ήταν ποτέ τέλεια,
ούτε υποκινούνταν
αποκλειστικά από
γενναιοδωρία. Ήταν μια
άσκηση φωτισμένου
ιδιοτελούς συμφέροντος
που ταυτόχρονα συνέβαλε
στη μείωση μιας από τις
βαθύτερες μορφές
ανισότητας στον κόσμο.
Μεμονωμένα, οι
επιπτώσεις της νέας
πολιτικής για τις βίζες
μπορεί να φαίνονται
περιορισμένες. Όμως, ως
μέρος μιας ευρύτερης
υποχώρησης από την
ανοιχτότητα, σηματοδοτεί
ότι η χώρα που κάποτε
ήταν γνωστή για το ότι
προσέφερε σε φιλόδοξους
ξένους την ευκαιρία να
μεταμορφώσουν τη ζωή
τους είναι πλέον
λιγότερο πρόθυμη να το
πράξει. Αυτό δεν
αποτελεί απλώς μια
αλλαγή στη
μεταναστευτική πολιτική,
αλλά μια απεμπόληση μιας
βασικής πηγής της
αμερικανικής ισχύος.
Pinelopi
Koujianou
Goldberg,
πρώην επικεφαλής
οικονομολόγος του Ομίλου
της Παγκόσμιας Τράπεζας
και αρχισυντάκτρια του
American
Economic
Review,
είναι καθηγήτρια
Οικονομικών στο
Πανεπιστήμιο Yale.
Πηγή: Project
Syndicate
|