|
Η τιμή διάθεσης
διαμορφώθηκε στα 18,63
ευρώ ανά μετοχή,
ουσιαστικά χωρίς
ουσιαστική έκπτωση σε
σχέση με την τιμή
κλεισίματος της μετοχής
κατά την ανακοίνωση της
ΑΜΚ.
Πίσω από τα μεγέθη αυτά,
η αγορά διαβάζει μια
ξεκάθαρη ψήφο
εμπιστοσύνης από
κορυφαίους διεθνείς
θεσμικούς επενδυτές,
μεταξύ των οποίων η
BlackRock,
η Vanguard,
η Qatar
Investment
Authority
και η Norges
Bank,
με ιδιαίτερα ισχυρή
συμμετοχή μακροπρόθεσμων
κεφαλαίων.
Ταυτόχρονα, η σημαντικά
αυξημένη κεφαλαιοποίηση
και εμπορευσιμότητα της
μετοχής ενισχύουν τις
πιθανότητες ένταξης της
ΔΕΗ στους δείκτες
MSCI,
κάτι που θα μπορούσε να
οδηγήσει σε περαιτέρω
διεθνοποίηση της μετοχής
και σε νέες εισροές
κεφαλαίων.
Μετά την ολοκλήρωση του
χρηματιστηριακού
σκέλους, το ενδιαφέρον
περνά πλέον στο
επιχειρηματικό σχέδιο
της εταιρείας. Η νέα
χρηματοδοτική βάση
επιτρέπει στη ΔΕΗ να
προχωρήσει στο φιλόδοξο
επενδυτικό πρόγραμμα
ύψους 24 δισ. ευρώ έως
το 2030.
Ο βασικός πυρήνας του
σχεδίου αφορά την
επιτάχυνση των
επενδύσεων στις
Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας, την ανάπτυξη
ευέλικτης παραγωγής σε
Ελλάδα και εξωτερικό,
την ενίσχυση της
παρουσίας στη Ρουμανία,
την επέκταση σε νέες
αγορές της Κεντρικής και
Νοτιοανατολικής Ευρώπης,
αλλά και τη στρατηγική
είσοδο στον τομέα των
data
centers.
Το επενδυτικό πλάνο
είναι έντονα
αναπτυξιακό, καθώς το
95% των κεφαλαίων
προορίζεται για νέα
έργα, ενώ περίπου το 48%
των συνολικών επενδύσεων
θα κατευθυνθεί εκτός
Ελλάδας, σηματοδοτώντας
μια σαφή στρατηγική
γεωγραφικής
διαφοροποίησης και
μείωσης του
επιχειρηματικού ρίσκου.
Η ΔΕΗ στοχεύει στον
διπλασιασμό της
εγκατεστημένης ισχύος
της έως το 2030,
φτάνοντας τα 24,3
GW
από 12,4 GW
το 2025. Οι ετήσιες νέες
προσθήκες προβλέπεται να
αγγίζουν τα 2,4
GW,
με έμφαση σε
φωτοβολταϊκά, αιολικά,
υδροηλεκτρικά, μονάδες
φυσικού αερίου και έργα
αποθήκευσης ενέργειας.
Στην ελληνική αγορά, ο
όμιλος σχεδιάζει την
προσθήκη περίπου 5
GW
νέας ισχύος, ανεβάζοντας
τη συνολική παραγωγική
δυναμικότητα στα 13,3
GW
μέχρι το τέλος της
δεκαετίας.
Η ενεργειακή μετάβαση
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία καθώς συμπίπτει
με την ολοκλήρωση της
απολιγνιτοποίησης στο
τέλος της χρονιάς, με τη
διακοπή λειτουργίας της
τελευταίας λιγνιτικής
μονάδας «Πτολεμαΐδα
V»,
η οποία θα μετατραπεί σε
μονάδα φυσικού αερίου,
αλλά και με τη σταδιακή
κατάργηση των
πετρελαϊκών μονάδων στα
νησιά.
Ιδιαίτερη στρατηγική
σημασία αποκτά η
Ρουμανία, η οποία
εξελίσσεται σε δεύτερο
βασικό πυλώνα ανάπτυξης
για τη ΔΕΗ. Η
εγκατεστημένη ισχύς στη
χώρα αναμένεται να
τριπλασιαστεί έως το
2030 και να φτάσει τα
5,3 GW,
μέσα από επενδύσεις σε
ΑΠΕ, αποθήκευση και νέες
μονάδες φυσικού αερίου.
Παράλληλα, η εταιρεία
επιταχύνει την επέκτασή
της σε Ιταλία, Βουλγαρία
και Κροατία, όπου ήδη
διαθέτει παρουσία,
δίνοντας έμφαση κυρίως
σε έργα ΑΠΕ και
αποθήκευσης. Στόχος
είναι η συνολική ισχύς
στις συγκεκριμένες
αγορές να φτάσει τα 3,5
GW
μέχρι το 2030.
Το σχέδιο περιλαμβάνει
επίσης είσοδο σε νέες
αγορές της Κεντρικής και
Νοτιοανατολικής Ευρώπης,
όπως η Ουγγαρία, η
Πολωνία και η Σλοβακία,
είτε μέσω οργανικής
ανάπτυξης είτε μέσω
εξαγορών, με στόχο
επιπλέον 2,2 GW
σε έργα ΑΠΕ και
αποθήκευσης.
Ταυτόχρονα, η ΔΕΗ
επιχειρεί να αποκτήσει
παρουσία και στο
οικοσύστημα της τεχνητής
νοημοσύνης και της
ψηφιακής οικονομίας μέσω
της ανάπτυξης μεγάλων
data
centers.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί το
σχέδιο για τη δημιουργία
data
center
στον χώρο του πρώην ΑΗΣ
Αγίου Δημητρίου στη
Δυτική Μακεδονία.
Η υποδομή αυτή
προβλέπεται να ξεκινήσει
με ισχύ 300 MW
και να επεκταθεί έως το
1 GW,
ενώ το επόμενο διάστημα
αναμένεται να
ανακοινωθεί συμφωνία με
hyperscalers
που θα σηματοδοτήσει την
έναρξη της
κατασκευαστικής φάσης
του έργου.
Έτσι, μέχρι το 2030, το
ενεργειακό χαρτοφυλάκιο
της ΔΕΗ θα είναι
σημαντικά πιο
διαφοροποιημένο τόσο
τεχνολογικά όσο και
γεωγραφικά. Με στόχο
EBITDA
4,6 δισ. ευρώ και καθαρά
κέρδη 1,5 δισ. ευρώ στο
τέλος της δεκαετίας, ο
όμιλος επιχειρεί
ουσιαστικά να
μετασχηματιστεί από έναν
εθνικό ενεργειακό παίκτη
σε έναν ισχυρό
περιφερειακό ενεργειακό
όμιλο ευρωπαϊκής
εμβέλειας.
|