|
Το
πραγματικό πεδίο μάχης
είναι το κινητό
Μέχρι πριν από λίγα
χρόνια, ο ανταγωνισμός
στις πληρωμές αφορούσε
κυρίως τις τράπεζες, τις
κάρτες και τα POS.
Σήμερα, όμως, η
πραγματική μάχη δίνεται
στην οθόνη του
smartphone και
ειδικότερα στον έλεγχο
του τελευταίου σταδίου
πριν ολοκληρωθεί μια
συναλλαγή.
Το
βασικό διακύβευμα είναι
ποιος ελέγχει το wallet,
το checkout, το
authentication και
τελικά τη σχέση με τον
πελάτη. Όποιος ελέγχει
το interface του
κινητού, ελέγχει και το
μέλλον των ψηφιακών
πληρωμών.
Σε
αυτό το πεδίο, η Apple
και η Google έχουν
αποκτήσει σχεδόν
κυρίαρχη θέση στην
ευρωπαϊκή αγορά. Τα
Apple Pay και Google Pay
έχουν εξελιχθεί στα
βασικά ψηφιακά
πορτοφόλια εκατοντάδων
εκατομμυρίων Ευρωπαίων,
αξιοποιώντας τη δύναμη
που τους προσφέρει ο
άμεσος έλεγχος της
συσκευής και της
εμπειρίας του χρήστη.
Σύμφωνα με στοιχεία που
επικαλείται η Sifted, η
Apple εισπράττει περίπου
το 0,15% της
διατραπεζικής προμήθειας
από κάθε συναλλαγή μέσω
Apple Pay. Αν και το
ποσοστό φαίνεται μικρό,
σε μια αγορά με ήδη
περιορισμένα περιθώρια
κέρδους μετατρέπεται σε
σημαντικό ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα.
Σε
μια τυπική συναλλαγή
εμπλέκονται πολλοί
ενδιάμεσοι: η εκδότρια
τράπεζα, η αποδέκτρια
τράπεζα, η Visa ή η
Mastercard, οι
διαχειριστές των POS και
πλέον η Apple ή η
Google, οι οποίες
καταλαμβάνουν κομβικό
σημείο στην αλυσίδα
πληρωμών.
Η
μάχη για το NFC και η
παρέμβαση των Βρυξελλών
Οι
ευρωπαϊκές αρχές θεωρούν
ότι η Apple κατέχει
ιδιαίτερα ισχυρή θέση
στην αγορά πληρωμών λόγω
του αποκλειστικού
ελέγχου της πρόσβασης
στο NFC των iPhone,
δηλαδή της τεχνολογίας
που επιτρέπει τις
ανέπαφες πληρωμές.
Για
χρόνια, καμία τράπεζα ή
fintech δεν μπορούσε να
δημιουργήσει πραγματικά
ανταγωνιστικό wallet στο
iPhone χωρίς να περάσει
μέσα από το Apple Pay.
Υπό
την πίεση της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, η Apple
δεσμεύθηκε τελικά να
ανοίξει την πρόσβαση στο
NFC σε τρίτους παρόχους
wallets στην Ευρώπη για
τα επόμενα δέκα χρόνια.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται
καθοριστική, καθώς για
πρώτη φορά δίνεται η
δυνατότητα σε ευρωπαϊκές
fintechs να αναπτύξουν
δικά τους συστήματα
πληρωμών εντός του
οικοσυστήματος του
iPhone.
Η
ευρωπαϊκή αντεπίθεση
στις πληρωμές
Την
ίδια στιγμή, όλο και
περισσότερες ευρωπαϊκές
fintechs προσπαθούν να
δημιουργήσουν
εναλλακτικά
οικοσυστήματα πληρωμών,
περιορίζοντας την
εξάρτηση από τα Apple
Pay και Google Pay.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
Revolut, η οποία
καταγράφει ραγδαία
ανάπτυξη του Revolut
Pay, με αύξηση χρήσης
κατά 228% σε ετήσια βάση
και περισσότερους από
4,8 εκατομμύρια ενεργούς
χρήστες στην Ευρώπη και
το Ηνωμένο Βασίλειο.
Παράλληλα, ιδιαίτερο
βάρος αποκτά η
πρωτοβουλία EuroPA
(European Payments
Alliance), στην οποία
συμμετέχουν η ισπανική
Bizum, η ιταλική
Bancomat, η πορτογαλική
SIBS/MB WAY, η πολωνική
BLIK, η σκανδιναβική
Vipps MobilePay και το
ελληνικό IRIS Payments.
Στόχος της συμμαχίας
είναι η δημιουργία μιας
κοινής ευρωπαϊκής
υποδομής instant
payments, που θα
επιτρέπει μεταφορές
χρημάτων και πληρωμές
μεταξύ χωρών μέσω
κινητού, δημιουργώντας
σταδιακά ένα
πανευρωπαϊκό ψηφιακό
πορτοφόλι.
Η
EuroPA συνεργάζεται ήδη
με τη European Payment
Initiative (Wero),
επιδιώκοντας τη
δημιουργία μιας
ευρωπαϊκής εναλλακτικής
απέναντι στις Visa,
Mastercard, PayPal και
μακροπρόθεσμα απέναντι
στα Apple Pay και Google
Pay.
Ο
δεύτερος μεγάλος
πόλεμος: το cloud και τα
τραπεζικά δεδομένα
Η
αμερικανική κυριαρχία
όμως δεν περιορίζεται
στις πληρωμές.
Επεκτείνεται και στις
ίδιες τις ψηφιακές
υποδομές πάνω στις
οποίες λειτουργούν οι
τράπεζες, οι
επιχειρήσεις και το
διαδίκτυο συνολικά.
Κάθε φορά που ένας
χρήστης ανοίγει μια
εφαρμογή mobile banking,
πραγματοποιεί μεταφορά
χρημάτων ή ακόμη και
ελέγχει το υπόλοιπό του,
τα δεδομένα του περνούν
μέσα από servers της
Amazon Web Services
(AWS), της Microsoft
Azure ή της Google
Cloud.
Για
χρόνια, οι ευρωπαϊκές
τράπεζες μετέφεραν
σταδιακά τις λειτουργίες
τους σε αυτές τις
πλατφόρμες, αξιοποιώντας
την τεχνολογική υπεροχή
και την ευκολία
κλιμάκωσης που
προσφέρουν οι
αμερικανικοί
hyperscalers. Ωστόσο,
μέσα σε ένα περιβάλλον
αυξανόμενων γεωπολιτικών
εντάσεων και
κυβερνοαπειλών, η
εξάρτηση αυτή αρχίζει
πλέον να θεωρείται
στρατηγικός κίνδυνος.
Η
σύγκρουση CLOUD Act και
GDPR
Ανάλυση της Morningstar
DBRS επισημαίνει ότι οι
ευρωπαϊκές τράπεζες
ανησυχούν ολοένα
περισσότερο για τη
σύγκρουση μεταξύ του
αμερικανικού CLOUD Act
και του ευρωπαϊκού
πλαισίου προστασίας
προσωπικών δεδομένων
GDPR.
Ο
CLOUD Act επιτρέπει στις
αμερικανικές αρχές να
απαιτούν πρόσβαση σε
δεδομένα που
διαχειρίζονται
αμερικανικές εταιρείες
ακόμη και αν αυτά είναι
αποθηκευμένα σε servers
εντός Ευρώπης.
Αυτό δημιουργεί έντονες
ανησυχίες σχετικά με την
«ψηφιακή κυριαρχία» της
Ευρώπης και τον έλεγχο
κρίσιμων τραπεζικών και
προσωπικών δεδομένων.
Η DBRS
προειδοποιεί επίσης ότι
η υπερσυγκέντρωση
υπηρεσιών σε λίγους
hyperscalers
δημιουργεί συστημικό
κίνδυνο για το ευρωπαϊκό
χρηματοπιστωτικό
σύστημα. Ένα τεχνικό
πρόβλημα ή μια
γεωπολιτική κρίση θα
μπορούσε να επηρεάσει
ταυτόχρονα πολλές
τράπεζες και κρίσιμες
υπηρεσίες.
Ως παραδείγματα
αναφέρονται:
το παγκόσμιο
blackout
που συνδέθηκε με το
περιστατικό της
CrowdStrike
το 2024,
οι διακοπές λειτουργίας
data
centers
στα Ηνωμένα Αραβικά
Εμιράτα το 2026 μετά από
επιθέσεις drones
στο πλαίσιο της
σύγκρουσης με το Ιράν.
Η Ευρώπη στρέφεται σε
«ψηφιακή αυτονομία»
Σε αυτό το περιβάλλον,
οι ευρωπαϊκές
ρυθμιστικές αρχές
πιέζουν πλέον πιο έντονα
τις τράπεζες να
διαφοροποιήσουν τις
cloud
υποδομές τους.
Καθοριστικό ρόλο παίζει
ο κανονισμός DORA
(Digital
Operational
Resilience
Act),
που εφαρμόζεται από το
2025 και απαιτεί από τις
τράπεζες να αποδεικνύουν
ότι οι ψηφιακές τους
υποδομές είναι ασφαλείς,
ανθεκτικές και
λειτουργικά ανεξάρτητες.
Παράλληλα, η ΕΚΤ μέσω
ειδικών κατευθυντήριων
οδηγιών για το
cloud
outsourcing
ενθαρρύνει τις τράπεζες
να υιοθετήσουν πιο
«κυρίαρχες» cloud
στρατηγικές.
Σύμφωνα με τη
DBRS,
αρκετές ευρωπαϊκές
τράπεζες έχουν ήδη
αρχίσει να μεταφέρουν τα
πιο ευαίσθητα δεδομένα
τους σε ευρωπαϊκούς
παρόχους cloud,
κυρίως σε Γερμανία και
Γαλλία, όπως οι
Hetzner,
IONOS,
T-Systems,
Scaleway
και OVHcloud.
Το μοντέλο που φαίνεται
να επικρατεί είναι το «multi-cloud»,
όπου οι πιο κρίσιμες
λειτουργίες και τα
ευαίσθητα δεδομένα
παραμένουν σε ευρωπαϊκές
ή on-premise
υποδομές, ενώ οι
αμερικανικές πλατφόρμες
χρησιμοποιούνται
περισσότερο για λιγότερο
κρίσιμες υπηρεσίες.
Όπως καταλήγει η ανάλυση
της DBRS,
η Ευρώπη εισέρχεται
πλέον σε μια νέα εποχή
«ψηφιακής αυτονομίας»
στον τραπεζικό και
χρηματοπιστωτικό τομέα,
όπου η διαφοροποίηση των
ψηφιακών υποδομών δεν
θεωρείται απλώς
τεχνολογική επιλογή,
αλλά κρίσιμο ζήτημα
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας,
γεωπολιτικής ασφάλειας
και στρατηγικής
ανεξαρτησίας.
|