Βάσει του ισχύοντος
κανονιστικού πλαισίου,
τα αμερικανικά κρατικά
ομόλογα αντιμετωπίζονται
ως σχεδόν μηδενικού
κινδύνου και δεν
επιβαρύνουν τις
κεφαλαιακές απαιτήσεις
τραπεζών και
ασφαλιστικών εταιρειών
στην Ευρώπη. Η μελέτη
εξετάζει ένα εναλλακτικό
σενάριο, στο οποίο
επιβάλλεται συντελεστής
κινδύνου 20% στα
αμερικανικά ομόλογα,
αντίστοιχος με εκείνον
που εφαρμόζεται σε άλλα
υψηλής πιστοληπτικής
διαβάθμισης
assets.
Οι ερευνητές σημειώνουν
ότι μια τέτοια αλλαγή θα
μπορούσε να θεωρηθεί
τεχνικά δικαιολογημένη
λόγω της αυξανόμενης
δυναμικής του
αμερικανικού χρέους, αν
και αναγνωρίζουν ότι θα
είχε σαφείς πολιτικές
και γεωοικονομικές
προεκτάσεις. Όπως
αναφέρουν, τέτοιου
είδους ρυθμιστικές
παρεμβάσεις θα μπορούσαν
να αξιοποιηθούν σε
περιόδους αυξημένης
διπλωματικής έντασης.
Το ζήτημα έχει ήδη
απασχολήσει τη διεθνή
συζήτηση, ιδιαίτερα κατά
τη δεύτερη θητεία
Trump,
με χαρακτηριστικό
παράδειγμα την πρόθεση
του δανικού
συνταξιοδοτικού ταμείου
AkademikerPension
να μειώσει την έκθεσή
του σε αμερικανικό χρέος
μετά από απειλές για τη
Γροιλανδία, γεγονός που
προκάλεσε πολιτικές
αντιδράσεις.
Η μελέτη υπογραμμίζει
επίσης την ανισορροπία
στις διασυνοριακές
επενδύσεις: οι
ευρωπαϊκές οικονομίες
κατέχουν περίπου 9,6
τρισ. δολάρια σε
αμερικανικά περιουσιακά
στοιχεία, ενώ οι ΗΠΑ
κατέχουν 6,4 τρισ. στην
Ευρώπη. Ωστόσο, οι
αναλυτές διευκρινίζουν
ότι οι μετοχικές
επενδύσεις είναι
λιγότερο ευάλωτες σε
κανονιστικές παρεμβάσεις
σε σχέση με τα ομόλογα.