|
Το πρόβλημα δεν είναι τα
40 τρισ. δολάρια
Οι οικονομολόγοι
πράγματι δεν αξιολογούν
τη βιωσιμότητα του
χρέους μόνο με βάση το
ονομαστικό του μέγεθος.
Ο σημαντικότερος δείκτης
είναι ο λόγος
χρέους προς ΑΕΠ,
καθώς αποτυπώνει το
μέγεθος του χρέους σε
σχέση με την οικονομική
δυνατότητα της χώρας να
το εξυπηρετεί.
Στις ΗΠΑ ο συγκεκριμένος
δείκτης βρίσκεται σήμερα
περίπου στο 122%
του ΑΕΠ.
Θεωρητικά, υπάρχουν δύο
τρόποι για να μειωθεί:
είτε μέσω περιορισμού
των ελλειμμάτων και του
νέου δανεισμού είτε μέσω
ταχύτερης ανάπτυξης της
οικονομίας.
Η δεύτερη επιλογή είναι
προφανώς πολύ πιο
εύπεπτη πολιτικά, καθώς
δεν απαιτεί άμεσα
περικοπές δαπανών ή
αυξήσεις φόρων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται
όμως το πρόβλημα,
σύμφωνα με τον
Smetters.
Η ανάπτυξη δεν αποτελεί
υποκατάστατο της
δημοσιονομικής
προσαρμογής.
«Αντιμετωπίζουμε το
χρέος για να ενισχύσουμε
την ανάπτυξη»
Ο καθηγητής του
Wharton
θεωρεί ότι η σχέση
αιτίας και αποτελέσματος
συχνά παρουσιάζεται
ανάποδα.
Η λογική δεν είναι ότι η
υψηλότερη ανάπτυξη λύνει
αυτομάτως το πρόβλημα
του χρέους. Αντίθετα, η
δημοσιονομική προσαρμογή
και η βιώσιμη διαχείριση
του χρέους δημιουργούν
τις προϋποθέσεις για
υψηλότερη μακροπρόθεσμη
ανάπτυξη.
Σε έναν ιδανικό κόσμο,
το δημόσιο χρέος θα
μπορούσε να
χρησιμοποιείται για
επενδύσεις που αυξάνουν
την παραγωγικότητα —όπως
υποδομές, εκπαίδευση και
επενδύσεις που θα
υποστήριζαν την ανάπτυξη
της τεχνητής νοημοσύνης.
Το πρόβλημα των ΗΠΑ
είναι ότι μεγάλο μέρος
των δημοσιονομικών
πιέσεων προέρχεται από
Social
Security,
Medicare
και Medicaid.
Πρόκειται για δαπάνες
που αυξάνονται
διαρθρωτικά και δεν
περιορίζονται απλώς
επειδή η οικονομία
εμφανίζει υψηλότερη
ανάπτυξη.
Ούτε η έκρηξη της
AI
λύνει το πρόβλημα
Η τεχνητή νοημοσύνη
αποτελεί σήμερα έναν από
τους σημαντικότερους
παράγοντες αισιοδοξίας
για την αμερικανική
οικονομία. Οι τεράστιες
επενδύσεις σε
data
centers,
υποδομές και τεχνολογία
έχουν ήδη καταστεί
σημαντικός μοχλός της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Ωστόσο, ο
Smetters
υποστηρίζει ότι ακόμη
και μια εντυπωσιακή
αύξηση της
παραγωγικότητας λόγω
AI
δεν θα ήταν αρκετή για
να εξαλείψει το
δημοσιονομικό πρόβλημα.
Ο λόγος είναι ότι οι
υφιστάμενες κρατικές
παροχές ενσωματώνουν ήδη
αυξήσεις που συνδέονται
με την οικονομική
ανάπτυξη και τον
πληθωρισμό.
Επομένως, ακόμη και εάν
η παραγωγικότητα
διπλασιαζόταν εξαιτίας
της τεχνητής νοημοσύνης,
η επίδραση στα δημόσια
οικονομικά θα ήταν πολύ
μικρότερη από όσο θα
περίμενε κανείς.
Ένα ακόμη πρόβλημα: το
κόστος της υγείας
Υπάρχει μάλιστα ένας
μηχανισμός μέσω του
οποίου η υψηλότερη
ανάπτυξη μπορεί να
επιδεινώσει ορισμένες
δημοσιονομικές πιέσεις.
Εάν η οικονομία
αναπτύσσεται γρήγορα και
οι μισθοί των
επαγγελματιών υγείας
αυξάνονται, οι γιατροί
έχουν μεγαλύτερο κίνητρο
να στραφούν σε ασθενείς
και αγορές που
προσφέρουν υψηλότερες
αμοιβές.
Για να διατηρήσει το
Medicare
και το Medicaid
επαρκή πρόσβαση σε
γιατρούς και άλλους
επαγγελματίες υγείας, η
κυβέρνηση ενδέχεται
τελικά να χρειαστεί να
αυξήσει τις δαπάνες.
Έτσι, η υψηλότερη
ανάπτυξη δεν
μεταφράζεται αυτομάτως
σε αντίστοιχη βελτίωση
των δημοσιονομικών.
Η αγορά ομολόγων αρχίζει
να στέλνει
προειδοποιήσεις
Το ζήτημα γίνεται ακόμη
πιο κρίσιμο καθώς
αυξάνεται το κόστος
χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου.
Η απόδοση του 30ετούς
αμερικανικού κρατικού
ομολόγου έχει βρεθεί
πάνω από το 5,3%,
αυξάνοντας την πίεση
στον κρατικό
προϋπολογισμό.
Όσο υψηλότερα είναι τα
επιτόκια, τόσο
μεγαλύτερες είναι οι
δαπάνες για την
εξυπηρέτηση του χρέους.
Και όσο περισσότερα
χρήματα απαιτούνται για
τόκους, τόσο μεγαλύτερη
είναι η ανάγκη για νέο
δανεισμό.
Δημιουργείται έτσι ένας
δυνητικά επικίνδυνος
φαύλος κύκλος:
υψηλότερο χρέος →
υψηλότερες δαπάνες τόκων
→ μεγαλύτερα ελλείμματα
→ περισσότερες εκδόσεις
ομολόγων → υψηλότερες
αποδόσεις.
Ακριβώς γι' αυτό η
συμπεριφορά της αγοράς
κρατικών ομολόγων αποκτά
ολοένα μεγαλύτερη
σημασία.
Το μεγάλο στοίχημα της
αξιοπιστίας
Η κυβέρνηση έχει ήδη
εξετάσει διαφορετικούς
τρόπους για να
περιορίσει το πρόβλημα,
από τους δασμούς μέχρι
την προσέλκυση πλούσιων
μεταναστών μέσω της
λεγόμενης «gold
card».
Ωστόσο, η ουσιαστική
λύση θα πρέπει τελικά να
αφορά τη σχέση μεταξύ
εσόδων και δαπανών.
Ορισμένοι υποστηρίζουν
τη μείωση του
ομοσπονδιακού
ελλείμματος στο περίπου
3% του ΑΕΠ,
από τα σημερινά επίπεδα,
ενώ άλλοι προτείνουν τη
δημιουργία μιας νέας
επιτροπής δημοσιονομικής
προσαρμογής.
Το κρίσιμο στοιχείο,
σύμφωνα με τον
Smetters,
είναι η
αξιοπιστία.
Οι αγορές μπορούν να
αποδεχθούν υψηλά επίπεδα
χρέους εφόσον πιστεύουν
ότι η πολιτική ηγεσία
έχει αξιόπιστο σχέδιο
για τη σταθεροποίησή
του. Εάν όμως η
κυβέρνηση υποστηρίζει
ότι η ανάπτυξη θα λύσει
το πρόβλημα και αυτό δεν
επιβεβαιωθεί στην πράξη,
τότε η εμπιστοσύνη των
επενδυτών μπορεί να
πληγεί.
Τα επόμενα 3-5 χρόνια
είναι κρίσιμα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
έχει η εκτίμηση του
Smetters
ότι η σημερινή
επενδυτική έκρηξη γύρω
από την AI
πιθανότατα θα διαρκέσει
περίπου τρία έως
πέντε χρόνια.
Αυτό δημιουργεί μια
ειρωνική σύμπτωση: το
χρονικό διάστημα κατά το
οποίο η αμερικανική
οικονομία μπορεί να
απολαμβάνει ένα ισχυρό
επενδυτικό και
παραγωγικό σοκ από την
AI
είναι περίπου το ίδιο με
το χρονικό διάστημα στο
οποίο θα μπορούσαν να
αρχίσουν να γίνονται πιο
έντονες οι
δημοσιονομικές πιέσεις.
Ακόμη και μια σημαντική
αύξηση της
παραγωγικότητας,
επομένως, δεν αναμένεται
να είναι αρκετή για να
εξαλείψει το πρόβλημα.
Το συμπέρασμα δεν είναι
ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται
άμεσα μπροστά σε μια
κρίση χρέους. Αντίθετα,
το μήνυμα του
Wharton
είναι ότι
υπάρχει ακόμη χρόνος για
μια ψύχραιμη και
μακροπρόθεσμη
δημοσιονομική στρατηγική.
Το πραγματικό ρίσκο
βρίσκεται στο να
θεωρηθεί η ανάπτυξη —και
ειδικά η AI—
ως υποκατάστατο μιας
τέτοιας στρατηγικής. Για
όσο διάστημα η
αμερικανική οικονομία
αναπτύσσεται και το
δολάριο παραμένει το
κυρίαρχο αποθεματικό
νόμισμα, οι αγορές
μπορούν να δείχνουν
ανοχή. Όσο όμως το χρέος
και το κόστος
εξυπηρέτησής του
αυξάνονται, τόσο
περισσότερο η Ουάσιγκτον
θα χρειάζεται να
αποδείξει ότι διαθέτει
ένα αξιόπιστο σχέδιο για
να σταθεροποιήσει τα
δημόσια οικονομικά.
|