|
Παρόμοιες τάσεις
καταγράφονται και σε
άλλες περιοχές του
κόσμου. Στην Ευρώπη,
σύμφωνα με στοιχεία της
JP
Morgan,
οι ταξινομήσεις νέων
αυτοκινήτων βρίσκονται
στα υψηλότερα επίπεδα
των τελευταίων επτά
ετών, με σημαντική
συμβολή των υβριδικών
μοντέλων. Η αύξηση των
τιμών των καυσίμων
καθιστά τα ηλεκτρικά
οχήματα ακόμη πιο
ελκυστικά, την ώρα που
το κόστος ηλεκτρικής
ενέργειας υποχωρεί λόγω
των μεγάλων επενδύσεων
που έχουν
πραγματοποιηθεί στις
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας.
Αναλυτές εκτιμούν ότι
πολλές από αυτές τις
αλλαγές δεν θα είναι
προσωρινές. Αντίθετα,
ενδέχεται να διατηρηθούν
ακόμη και μετά την
αποκλιμάκωση της κρίσης
και την επαναλειτουργία
των Στενών του Ορμούζ.
Για τον λόγο αυτό,
αρκετοί ειδικοί θεωρούν
ότι η παγκόσμια
οικονομία πλησιάζει
ταχύτερα σε αυτό που
περιγράφεται ως «peak
oil
demand»,
δηλαδή στο σημείο όπου η
ζήτηση πετρελαίου παύει
να αυξάνεται και αρχίζει
σταδιακά να μειώνεται.
Η εικόνα βέβαια δεν
είναι ίδια σε όλες τις
αγορές. Στις Ηνωμένες
Πολιτείες, για
παράδειγμα, η διείσδυση
των ηλεκτρικών οχημάτων
εξελίσσεται με βραδύτερο
ρυθμό, μετά και την
κατάργηση φορολογικών
κινήτρων που είχαν
στηρίξει τις πωλήσεις
τους τα προηγούμενα
χρόνια. Ωστόσο, ακόμη
και περιορισμένες
μεταβολές στη
συμπεριφορά των
καταναλωτών σε μεγάλες
οικονομίες, όπως η Κίνα
και η Ευρώπη, αρκούν για
να επηρεάσουν σημαντικά
τη συνολική παγκόσμια
ζήτηση.
Η επικεφαλής στρατηγικής
εμπορευμάτων της
JP
Morgan,
Natasha
Kaneva,
επισημαίνει ότι ιστορικά
οι ενεργειακές κρίσεις
έχουν οδηγήσει σε
μόνιμες μειώσεις της
κατανάλωσης καυσίμων.
Κατά την άποψή της, η
σημερινή κρίση δεν
αποτελεί εξαίρεση, καθώς
η μετάβαση σε ηλεκτρικά
οχήματα και άλλες μορφές
εξοικονόμησης ενέργειας
τείνει να έχει μόνιμο
χαρακτήρα.
Η ιστορία προσφέρει
αρκετά παραδείγματα. Η
πετρελαϊκή κρίση του
1973 οδήγησε στη
δημιουργία του Διεθνούς
Οργανισμού Ενέργειας,
στην επέκταση της
πυρηνικής ενέργειας,
στην ενίσχυση των
δημόσιων μεταφορών και
στην υιοθέτηση νέων
προτύπων ενεργειακής
απόδοσης. Αντίστοιχα, η
πανδημία επιτάχυνε την
τηλεργασία, μειώνοντας
διαχρονικά τις
μετακινήσεις, ενώ η
ενεργειακή κρίση που
ακολούθησε την εισβολή
της Ρωσίας στην Ουκρανία
ώθησε την Ευρώπη να
επιταχύνει τις
επενδύσεις στις
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας.
Τα
στοιχεία δείχνουν ότι η
παγκόσμια ζήτηση
πετρελαίου έχει ήδη
υποχωρήσει σημαντικά
τους τελευταίους μήνες.
Η μείωση έφτασε τα 2,8
εκατομμύρια βαρέλια
ημερησίως τον Μάρτιο, τα
4,3 εκατομμύρια τον
Απρίλιο και τα 5,6
εκατομμύρια τον Μάιο. Αν
και δεν έχει
προσεγγιστεί ακόμη η
πτώση των περίπου 10
εκατομμυρίων βαρελιών
ημερησίως που σημειώθηκε
κατά την περίοδο της
πανδημίας, η τάση
παραμένει ιδιαίτερα
έντονη.
Ένα
μέρος αυτής της μείωσης
εκτιμάται ότι θα
ανακτηθεί τα επόμενα
χρόνια, κυρίως μέσω της
αναπλήρωσης στρατηγικών
αποθεμάτων πετρελαίου.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις
προβλέψεις του Διεθνούς
Οργανισμού Ενέργειας,
ένα σημαντικό τμήμα της
απώλειας ζήτησης
αναμένεται να είναι
μόνιμο. Μόνο στην
κινεζική αγορά,
εκτιμάται ότι το
μεγαλύτερο μέρος της
μείωσης που καταγράφεται
σήμερα δεν πρόκειται να
ανακτηθεί στο μέλλον.
Παρότι το πετρέλαιο θα
εξακολουθήσει να
αποτελεί βασικό
συστατικό της παγκόσμιας
οικονομίας για πολλές
δεκαετίες, η σημερινή
κρίση ενδέχεται να
αποτελέσει ακόμη ένα
βήμα προς μια εποχή
χαμηλότερης εξάρτησης
από τα ορυκτά καύσιμα
και μεγαλύτερης στροφής
σε εναλλακτικές μορφές
ενέργειας.
|