|
Ο
Emmanuel
Macron
δεν χάνει καμία ευκαιρία
να εξωτερικεύσει τον
de
Gaulle
που κρύβει μέσα του. Εδώ
και σχεδόν μια δεκαετία
ο πρόεδρος «ενοχλεί»
τους Ευρωπαίους ηγέτες
με το αίτημά του για
«στρατηγική αυτονομία».
Εκείνοι έχουν απαντήσει
με απορία ή αδιαφορία.
Όταν ο κ.
Macron
δήλωσε στο
Economist
το 2019 ότι το ΝΑΤΟ
βιώνει «εγκεφαλικό
θάνατο», οι φίλοι του
τον κατηγόρησαν για
απόπειρα διάλυσης της
διατλαντικής συμμαχίας.
Την περασμένη εβδομάδα
δήλωσε ότι η Ευρώπη
αντιμετωπίζει μια
«ανοιχτά εχθρική»
Αμερική που δεν θέλει
τίποτα λιγότερο από τον
«διαμελισμό» της και ότι
η στιγμή αποτελεί «μια
βαθιά γεωπολιτική ρήξη».
Στις
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
που κλίνουν περισσότερο
προς τον Ατλαντικό, η
προοπτική να μείνουν
μόνες χωρίς την Αμερική
προκάλεσε ανησυχία. Στο
Παρίσι -το οποίο
διατηρεί μια πλήρως
ανεξάρτητη πυρηνική
αποτροπή, στέλνει τους
δικούς του δορυφόρους
στο διάστημα, παράγει
πυρηνική ενέργεια και
κατασκευάζει τα δικά του
μαχητικά αεροσκάφη-
μοιάζει με δικαίωση.
Ωστόσο, αν η Γαλλία είχε
εξ αρχής δίκιο για
μεγαλύτερη ευρωπαϊκή
στρατηγική ανεξαρτησία,
γιατί δεν συνέβη; Οι
απαντήσεις θα μπορούσαν
να ομαδοποιηθούν σε
τρεις κατηγορίες: Είχε
δίκιο, αλλά πολύ χωρίς,
είχε δίκιο, αλλά δεν
ήταν αξιόπιστη και, είχε
δίκιο, αλλά έσπασε τα
νεύρα των πάντων.
Αν η
Γαλλία προέβη στο
κάλεσμα πολύ νωρίς για
τους φίλους της, αυτό
συνέβη επειδή σωστά
έβλεπα τη μεταπολεμική
Pax
Americana
όχι ως κίνδυνο ή
ταπείνωση, αλλά ως την
εγγύηση που συνέδεε τη
Δύση. Ο
de
Gaulle
κατέληξε στο συμπέρασμα,
ιδίως μετά την κρίση του
Σουέζ το 1956, ότι η
Αμερική δεν μπορούσε να
είναι πλήρως αξιόπιστη.
Η Βρετανία, σύμμαχος της
Γαλλίας κατά τη διάρκεια
του Σουέζ, έβγαλε το
αντίθετο συμπέρασμα:
κρίνοντας ότι δεν
μπορούσε να δράσει χωρίς
την υποστήριξη των
Αμερικανών, τους
αγκάλιασε ακόμα πιο
σφιχτά. Η δυσπιστία
απέναντι στην Αμερική
ώθησε τη Γαλλία να
διαφοροποιήσει τις
συμμαχίες της πολύ πριν
το κάνει μόδα ο
Mark
Carney.
Όμως, η Βρετανία έβλεπε
την Αμερική ως προέκταση
του εαυτού της, ενώ η
Γερμανία αδυνατούσε να
διεκδικήσει τη δική της
δύναμη μετά τον πόλεμο.
Αυτοί και άλλοι
Ευρωπαίοι ένιωθαν πιο
άνετα κάτω από την
αμερικανική πτέρυγα και
αντιμετώπισαν την
προσπάθεια της Γαλλίας
για ανεξαρτησία όχι μόνο
ως άστοχη αλλά και ως
επικίνδυνη: μια κίνηση
που θα μπορούσε να
επιταχύνει την
αμερικανική αποδέσμευση.
Αν η
Γαλλία είχε ακολουθήσει
πλήρως τη δική της
λογική, θα μπορούσε να
είχε προλάβει κάποιο
σκεπτικισμό. Ωστόσο, επί
δεκαετίες η Γαλλία (όπως
και άλλες χώρες της
Ευρώπης) ακολουθούσε
κοινωνικές πολιτικές που
αποδυνάμωναν την
ικανότητά της να
αναπτύσσει στρατηγική
ισχύ. Ακόμη και σήμερα
δαπανά πάνω από έξι
φορές περισσότερα για
συντάξεις κάθε χρόνο από
ό,τι για την άμυνα -και
για να το κάνει σε
μεγάλο βαθμό δανείζεται.
Πώς είναι δυνατόν,
αναρωτιούνται οι
επικριτές, να
διεκδικήσεις στρατηγική
αυτονομία αν εξαρτάσαι
από τις αγορές ομολόγων
για να πληρώσεις τους
συνταξιούχους σου;
Επιπλέον, η στρατηγική
της Γαλλίας «αγοράζουμε
ευρωπαϊκά» θεωρείται εδώ
και καιρό από τους
εξοπλισμένους με
αμερικανικό εξοπλισμό
φίλους της ως ένα
διαφημιστικό σποτ για το
γαλλικό εξοπλιστικό
πακέτο. Όταν η Γαλλία
ζητά περισσότερο κοινό
δανεισμό για τον
επανεξοπλισμό της
Ευρώπης, οι φίλοι της
ακούνε: βάλτε κάποιον
άλλον να πληρώσει. Όταν
η Γαλλία προτρέπει για
περισσότερες δαπάνες για
την ευρωπαϊκή άμυνα, οι
φίλοι της ακούνε:
περισσότερα συμβόλαια
για τους Γάλλους
κατασκευαστές μαχητικών
αεροσκαφών, πυραύλων και
κινητήρων.
Και
έπειτα υπάρχει – πώς να
το θέσω; – ο τόνος. Η
Γαλλία θεωρεί τον εαυτό
της σοβαρό σύμμαχο στην
Ευρώπη και το ΝΑΤΟ και
δεν καταλαβαίνει γιατί
οι ιδέες της συναντούν
τέτοια αντίσταση. Άλλοι
βρίσκουν ανυπόφορο τον
υπεροπτικό τρόπο με τον
οποίο προσπαθεί να τις
επιβάλει. Ο
de
Gaulle
άφησε την ευρωπαϊκή του
καρέκλα στις Βρυξέλλες
άδεια για έξι μήνες,
μποϊκοτάροντας τις
συνεδριάσεις προκειμένου
να περάσει το δικό του
σε μια διαμάχη για τους
κανόνες λήψης αποφάσεων.
Οι κεντρoανατολικοί
Ευρωπαίοι δεν έχουν
ξεχάσει πώς ο
Jacques
Chirac,
τότε πρόεδρος, τους είπε
ότι υποστηρίζοντας τον
πόλεμο της Αμερικής στο
Ιράκ είχαν «χάσει μια
καλή ευκαιρία να το
βουλώσουν». Όταν ο κ.
Macron
φόρεσε γυαλιά αεροπόρου
για μια ομιλία στο
Νταβός, για να καλύψει
ένα ματωμένο μάτι, το
σκηνικό θύμιζε κλασική
Γαλλία: προκλητική,
κομψή, ίσως γελοία,
αναμφισβήτητα
εντυπωσιακή. Κάποιοι το
λάτρεψαν. Κάποιοι όχι.
Η Γαλλία
έχει ασφαλώς κάνει
αρκετά λάθη. Η
μεγαλοστομία του
de
Gaulle
απέναντι στην Αμερική
ήταν εν μέρει μια
προσπάθεια να διατηρηθεί
το καθεστώς της χώρας ως
μεγάλης δύναμης, παρά τη
συχνά βίαιη και
κακοδιαχειρισμένη
υποχώρησή της από την
αυτοκρατορία. Οι
φιλοδοξίες της για
μετα-αυτοκρατορική
επιρροή μπορεί να
εκτροχιαστούν, όπως στο
Σαχέλ, όπου η Ρωσία
εκμεταλλεύτηκε τη
δυσαρέσκεια απέναντι στη
Γαλλία. Η Γαλλία
στηρίζει πρόθυμα την
ενίσχυση της Ευρώπης
όταν τη συμφέρει και την
αντιμάχεται ανερυθρίαστα
όταν δεν συνάδει με τα
συμφέροντά της (όπως,
για παράδειγμα, στη
συμφωνία εμπορίου
Mercosur).
Επιδεικτική, υπερήφανη,
εξοργιστική, είναι πολύ
συχνά η χώρα που
τρελαίνει τους άλλους. Η
Γαλλία, έγραψε ο
Στρατηγός, «δεν μπορεί
να είναι Γαλλία χωρίς
μεγαλοπρέπεια». Καθώς οι
Ευρωπαίοι ηγέτες
παλεύουν με τις
επιπτώσεις του
διατλαντικού ρήγματος,
μερικοί εξακολουθούν να
ελπίζουν ότι πρόκειται
για μια περαστική
στιγμή. Άλλοι
αποθαρρύνονται από το
κόστος του να πορευτούν
μόνοι τους. Έχοντας
βιώσει το χλευασμό, την
απόρριψη και την
υποτίμηση, η Γαλλία
σκέφτεται εδώ και καιρό
διαφορετικά για τον
κόσμο και σπάνια φοβάται
να το πει. Μην
περιμένετε από τους
Ευρωπαίους συμπατριώτες
της να της δώσουν τα
εύσημα, ακόμη και όταν
συμφωνούν.
Πηγή:
The Economist
|