|
Παρά τη σημασία τους, οι
αγωγοί αυτοί δεν μπορούν
να υποκαταστήσουν πλήρως
τις ροές από τα Στενά
του Ορμούζ, από τα οποία
περνά το 20% της
παγκόσμιας παραγωγής
πετρελαίου και
LNG,
περίπου 20–21 εκατ.
βαρέλια ημερησίως. Η
συνολική δυνατότητα των
δύο αγωγών φτάνει μόλις
τα 10 εκατ. βαρέλια
ημερησίως, παρέχοντας
περιορισμένη ανακούφιση
στην αγορά και κρατώντας
υψηλές τις τιμές του
πετρελαίου.
Από τις 28 Φεβρουαρίου,
με την έναρξη των
εναέριων επιδρομών των
ΗΠΑ και του Ισραήλ, η
τιμή του αργού
πετρελαίου αυξήθηκε από
τα 65,2 στα 95
δολάρια το βαρέλι,
ενώ το Brent
ξεπέρασε τα 100 δολάρια,
καταγράφοντας αύξηση 50%
σε λιγότερο από δύο
εβδομάδες. Η απόφαση της
Διεθνούς Υπηρεσίας
Ενέργειας (IEA)
να απελευθερώσει 400
εκατ. βαρέλια από
στρατηγικά αποθέματα
δεν αρκεί για να
περιορίσει τις πιέσεις
στην προσφορά.
Η Aramco,
ο κρατικός κολοσσός της
Σαουδικής Αραβίας,
σχεδιάζει να διοχετεύσει
μέσω του αγωγού
Ανατολής–Δύσης τα
μέγιστα 7 εκατ. βαρέλια,
εκ των οποίων 2 εκατ.
προορίζονται για τα
εγχώρια διυλιστήρια,
αφήνοντας 5 εκατ.
βαρέλια για τις διεθνείς
αγορές, ποσότητα
συγκρίσιμη με τις
προπολεμικές αποστολές
μέσω των Στενών. Ωστόσο,
ο αγωγός δεν έχει ποτέ
λειτουργήσει σε πλήρη
δυναμικότητα για
παρατεταμένο χρονικό
διάστημα, γεγονός που
καθιστά την αναβάθμιση
μεγάλη πρόκληση για τις
υποδομές.
Παρά τη συμβολή των
αγωγών στη διατήρηση της
ροής πετρελαίου, η
λύση παραμένει
αποσπασματική, με
μεγάλο μέρος του αργού
πετρελαίου από Κουβέιτ,
Ιράκ και Μπαχρέιν να
παραμένει εγκλωβισμένο
και πάνω από 1.000
εμπορικά πλοία να
περιμένουν στον Περσικό
Κόλπο. Οι υψηλές
τιμές αναμένεται να
παραμείνουν όσο η
περιφερειακή σύγκρουση
δεν βρίσκει διέξοδο, ενώ
η στρατιωτική υπεροχή
ΗΠΑ και Ισραήλ δεν
συνοδεύεται από σαφές
σχέδιο εξόδου,
καθιστώντας τη
διαχείριση της κρίσης
πολύπλοκη για την
παγκόσμια οικονομία.
|