|
Αυτή η επιτυχία
αποδίδεται συχνά στις
άμεσες επιδοτήσεις, οι
οποίες αυξήθηκαν κατά
60% μεταξύ 2016 και
2022. Όμως, όπως δείχνει
ο Thomas
Gatley
της Gavekal
Research,
οι άμεσες επιδοτήσεις
έχουν μειωθεί κατά 25%
από το 2022, ενώ έχουν
αυξηθεί νέες μορφές
έμμεσης στήριξης
—φορολογικές ελαφρύνσεις
για επενδύσεις σε
τεχνολογίες
προτεραιότητας, στήριξη
για την ταχεία απόκτηση
γης και προνομιακή
πρόσβαση σε κεφάλαια
χαμηλού κόστους.
Επιπλέον, βαθιές
διαρθρωτικές στρεβλώσεις
στην κινεζική οικονομία
δημιουργούν ένα πολύ
υψηλό ποσοστό
αποταμίευσης, το οποίο
διατηρεί συνολικά τα
επιτόκια σε χαμηλά
επίπεδα.
Όλα αυτά συνιστούν μια
συλλογική επιλογή —αν
και όχι δημοκρατική— να
υιοθετηθεί χαμηλότερος
κοινωνικός συντελεστής
προεξόφλησης σε σχέση με
άλλες χώρες, στο δίλημμα
μεταξύ της σημερινής και
της μελλοντικής
κατανάλωσης.
Μια τέτοια μεροληψία
υπέρ των επενδύσεων δεν
οδηγεί πάντα σε
διατηρήσιμη αύξηση της
παραγωγικότητας. Η
αναγκαστική αποταμίευση
και οι υψηλές επενδύσεις
επέτρεψαν στη Σοβιετική
Ένωση να πετύχει μια
αρχική αναπτυξιακή
εκτίναξη, προτού η κακή
κατανομή κεφαλαίων, η
αναποτελεσματικότητα και
η διαφθορά οδηγήσουν
τελικά σε στασιμότητα.
Οι τεράστιες επενδύσεις
μπορούν να δημιουργήσουν
τεράστια σπατάλη, όπως
έδειξε και η ίδια η Κίνα
με την υπερβολική
κατασκευή ακινήτων κατά
τη δεκαετία του 2010.
Όμως σε άλλους κλάδους,
η Κίνα συνδυάζει τις
υψηλές επενδύσεις με
ισχυρά κίνητρα για
αποτελεσματικότητα και
καινοτομία. Ο έντονος
εγχώριος ανταγωνισμός
και η έκθεση στις
παγκόσμιες αγορές, οι
εξαιρετικές υποδομές
μεταφορών και ενέργειας,
καθώς και οι κορυφαίες
δεξιότητες στην επιστήμη
και τη μηχανική, έχουν
επιτρέψει στην Κίνα να
εξελιχθεί σε τεχνολογικό
καινοτόμο και να
αξιοποιήσει τα οφέλη της
μάθησης μέσω της πράξης
και των οικονομιών
κλίμακας, οι οποίες
οδηγούν σε δραματικές
μειώσεις του κόστους.
Αυτά τα θεμελιώδη
πλεονεκτήματα είναι
πλέον σημαντικότερα για
την ανταγωνιστικότητα
της Κίνας από τις άμεσες
επιδοτήσεις και θα
εξακολουθούσαν να
οδηγούν στην επιτυχία
της στις παγκόσμιες
αγορές ακόμη και αν οι
άμεσες επιδοτήσεις
καταργούνταν.
Τελικά, η τεχνολογική
πρόοδος και η αύξηση της
παραγωγικότητας
εξαρτώνται από δύο
πράγματα —την αύξηση της
συσσωρευμένης γνώσης, η
οποία συχνά
ενσωματώνεται σε
κεφαλαιουχικό εξοπλισμό,
και την αυξανόμενη χρήση
μη ανθρώπινης ενέργειας.
Όμως η γνώση που έχει
αποκτηθεί δεν χάνεται,
ενώ η φθηνότερη προσφορά
ενέργειας επιτρέπει
ακόμη φθηνότερη παραγωγή
ενέργειας· η πτώση του
κόστους της ηλιακής ή
αιολικής ενέργειας
μειώνει το κόστος
κατασκευής φωτοβολταϊκών
πάνελ ή ανεμογεννητριών.
Αυτοί οι παράγοντες θα
οδηγούσαν σε σημαντική
παγκόσμια βελτίωση της
παραγωγικότητας ακόμη
και χωρίς την Κίνα. Όμως
οι επιλογές πολιτικής
και οι δυνατότητες της
Κίνας έχουν επιταχύνει
δραματικά τον ρυθμό της
δυνητικής προόδου.
Οι άλλες χώρες πρέπει να
αποφασίσουν πώς θα
αντιμετωπίσουν την
απειλή που αυτή η
επιτάχυνση δημιουργεί
για τις θέσεις εργασίας
στη μεταποίηση. Εάν οι
δασμοί είναι
αναποτελεσματικοί, μια
αντίδραση θα μπορούσε να
είναι η υποδοχή των
κινεζικών επενδύσεων, οι
οποίες αυξάνονται
ταχύτατα παγκοσμίως και
αυξήθηκαν κατά 50% στην
Ευρώπη το 2025.
Όμως αυτά τα εργοστάσια
θα σχεδιαστούν ώστε να
αντανακλούν την κινεζική
παραγωγικότητα,
χρησιμοποιώντας κινεζικό
κεφαλαιουχικό εξοπλισμό
που θα έχει εγκατασταθεί
από Κινέζους μηχανικούς·
και οι εγχώριοι
ανταγωνιστές θα πρέπει
να επιτύχουν αντίστοιχη
παραγωγικότητα για να
επιβιώσουν, ακόμη και αν
δεν υπάρχουν κινεζικές
εισαγωγές.
Το αναπόφευκτο
αποτέλεσμα θα είναι πολύ
λίγες θέσεις εργασίας
στη μεταποίηση
οπουδήποτε στον κόσμο.
Το 30% της παγκόσμιας
προστιθέμενης αξίας στη
μεταποίηση που παράγει η
Κίνα δημιουργείται από
περίπου 123 εκατομμύρια
εργαζομένους. Επομένως,
εάν η παγκόσμια
παραγωγικότητα έφτανε τα
κινεζικά επίπεδα, όλα τα
μεταποιημένα αγαθά που
καταναλώνει ο κόσμος θα
μπορούσαν να παράγονται
από περίπου 400
εκατομμύρια
εργαζομένους, αριθμός
που αντιστοιχεί περίπου
στο 7% του παγκόσμιου
πληθυσμού σε ηλικία
εργασίας. Και περαιτέρω
ταχεία αύξηση της
παραγωγικότητας είναι
αναπόφευκτη. Ως
αποτέλεσμα, όλα τα
μεταποιημένα αγαθά θα
παράγονται τελικά από
μόλις λίγα ποσοστιαία
σημεία του παγκόσμιου
εργατικού δυναμικού,
επαναλαμβάνοντας το
πρότυπο της απασχόλησης
στη γεωργία των
ανεπτυγμένων οικονομιών,
όπου το ποσοστό της
γεωργικής απασχόλησης
μειώθηκε από περίπου 40%
του εργατικού δυναμικού
το 1900 σε 1%-2,5%
σήμερα.
Αυτή η δραματική αύξηση
της παραγωγικότητας θα
προκαλέσει αναπόφευκτα
την κατάρρευση πολλών
τιμών σε σχέση με
προϊόντα ή υπηρεσίες που
διαθέτουν αξία λόγω του
εμπορικού σήματος ή της
τοποθεσίας τους. Μια
τσάντα Hermès
αξίας 4.000 δολαρίων θα
μπορούσε σήμερα να
ανταλλαχθεί με 80
φωτοβολταϊκά πάνελ, και
αυτή η αναλογία είναι
σχεδόν βέβαιο ότι θα
αυξηθεί στο μέλλον. Το
ίδιο θα συμβεί και με
την τιμή ελκυστικών
ακινήτων στο Πεκίνο, τη
Σαγκάη, το Παρίσι ή το
Λονδίνο σε σχέση με τα
ηλεκτρικά οχήματα.
Όπως υποστηρίζει ο
οικονομολόγος
Dani
Rodrik,
αυτό σημαίνει ότι οι
καταναλωτές σε όλο τον
κόσμο μπορεί να
κερδίσουν εξίσου πολύ με
τους Κινέζους
καταναλωτές από την
αξιοσημείωτη τεχνολογική
ισχύ της Κίνας.
Παράλληλα, δημιουργεί
σύνθετα ερωτήματα
σχετικά με τις πηγές
πλούτου σε ιδιαίτερα
αυτοματοποιημένες
οικονομίες. Οι
μακροπρόθεσμες
επιπτώσεις στην
απασχόληση, όμως, είναι
σαφείς.
Στις ανεπτυγμένες
οικονομίες, η απασχόληση
στη μεταποίηση θα
μειωθεί, ανεξάρτητα από
τις βιομηχανικές
στρατηγικές που θα
ακολουθηθούν. Και κάθε
προσδοκία ότι η
μεταποίηση θα
απορροφήσει περισσότερο
από ένα ασήμαντο κλάσμα
της μεγάλης αύξησης του
πληθυσμού σε ηλικία
εργασίας που εξακολουθεί
να καταγράφεται στην
Ινδία ή την Αφρική
αποτελεί αυταπάτη. Η
Κίνα δείχνει πόσο λίγοι
εργαζόμενοι χρειάζονται
για την παραγωγή
βιομηχανικών προϊόντων
υψηλής ποιότητας. Όποια
και αν είναι η πολιτική
αντίδραση στο τελευταίο
«σοκ της Κίνας», ο
αριθμός αυτός θα
συνεχίσει να μειώνεται.
Adair Turner,
πρόεδρος της Energy
Transitions Commission,
διετέλεσε πρόεδρος της
UK Financial Services
Authority από το 2008
έως το 2012. Είναι
συγγραφέας πολλών
βιβλίων, μεταξύ των
οποίων το
Between Debt and the
Devil: Money, Credit,
and Fixing Global
Finance
(Princeton University
Press, 2016).
Πηγή: Project
Syndicate
|