|
Ωστόσο, η εικόνα άρχισε
σταδιακά να βελτιώνεται.
Ο STOXX
Europe
600
έχει ενισχυθεί περίπου
9,5% από τις
αρχές του 2026,
ενώ ο
EURO
STOXX
50
καταγράφει άνοδο άνω του
10%,
έχοντας όχι μόνο καλύψει
τις απώλειες της κρίσης
αλλά και ξεπεράσει τα
επίπεδα πριν από το
ξέσπασμα της σύγκρουσης.
Η επικεφαλής στρατηγικής
αγορών για την περιοχή
ΕΜΕΑ της
JPMorgan
Asset
Management,
Κάρεν Γουόρντ, εκτιμά
ότι η Ευρώπη δέχθηκε το
ισχυρότερο βραχυπρόθεσμο
πλήγμα από την κρίση,
όμως θεωρεί ότι οι
αγορές υπερεκτίμησαν τον
αντίκτυπο. Σύμφωνα με
την ίδια, η αποκλιμάκωση
των γεωπολιτικών
εντάσεων δημιουργεί
πλέον περιθώρια για
επανατοποθέτηση
κεφαλαίων στις
ευρωπαϊκές μετοχές.
Στο ίδιο μήκος κύματος,
ο συνδιαχειριστής του
VT
Tyndall
European
Unconstrained
Fund,
Πρας Τζεγιαναντάν,
υποστηρίζει ότι η κρίση
επιτάχυνε έναν ευρύτερο
μετασχηματισμό της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
Όπως σημειώνει, η νέα
Ευρώπη θα στηρίζεται
περισσότερο στην
ενεργειακή ασφάλεια,
στις εγχώριες αλυσίδες
εφοδιασμού, στις
υποδομές και στην
αμυντική παραγωγή.
Η άμυνα και η βιομηχανία
στο επίκεντρο των
επενδυτών
Η αλλαγή της στάσης των
Ηνωμένων Πολιτειών
απέναντι στον ρόλο τους
ως εγγυητή της
ευρωπαϊκής ασφάλειας
έχει μετατρέψει την
αμυντική αυτονομία σε
κορυφαία προτεραιότητα
για την Ευρώπη.
Ο διαχειριστής
χαρτοφυλακίου της
Lansdowne
Partners,
Ντάνιελ Άβιγκαντ, θεωρεί
ότι η απόφαση της
Γερμανίας να παρουσιάσει
την πρώτη ολοκληρωμένη
στρατιωτική στρατηγική
της μετά τον Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο
σηματοδοτεί την είσοδο
σε μια νέα εποχή
αυξημένων αμυντικών
επενδύσεων.
Παρότι το επενδυτικό
ενδιαφέρον έχει
επικεντρωθεί σε μεγάλες
εταιρείες του κλάδου,
όπως η
Rheinmetall,
οι διαχειριστές
κεφαλαίων αναζητούν
ευκαιρίες και σε
μικρότερες επιχειρήσεις
που αποτελούν κρίκους
της αλυσίδας άμυνας.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
γερμανική
AlzChem,
η οποία
δραστηριοποιείται στην
παραγωγή χημικών υλικών
που χρησιμοποιούνται σε
πυρομαχικά.
Μετοχές που πιέστηκαν
υπερβολικά δημιουργούν
ευκαιρίες
Η αναταραχή στις αγορές
δημιούργησε επίσης
ευκαιρίες σε εταιρείες
που δέχθηκαν έντονες
πιέσεις, παρά το γεγονός
ότι οι θεμελιώδεις
προοπτικές τους
παραμένουν ισχυρές.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η
Ryanair,
η οποία έχει υποχωρήσει
περίπου 9% από
τις αρχές του έτους
λόγω της ανόδου των
τιμών καυσίμων. Οι
διαχειριστές της
Tyndall
θεωρούν ότι η πτώση ήταν
υπερβολική,
επισημαίνοντας ότι η
εταιρεία έχει ήδη
καλύψει περίπου το
80% των αναγκών
της σε καύσιμα για το
2027 και
διαθέτει καθαρά ταμειακά
διαθέσιμα άνω των
2 δισ. ευρώ.
Κατά την εκτίμησή τους,
μια παρατεταμένη κρίση
μπορεί μάλιστα να
λειτουργήσει υπέρ της
Ryanair,
καθώς ασθενέστεροι και
περισσότερο χρεωμένοι
ανταγωνιστές ενδέχεται
να οδηγηθούν σε
αναδιάρθρωση ή
συγχωνεύσεις.
Η Ευρώπη ως αντίβαρο
στην κυριαρχία της
τεχνολογίας
Ένας ακόμη παράγοντας
που ενισχύει το
επενδυτικό αφήγημα υπέρ
της Ευρώπης είναι η
ανάγκη διαφοροποίησης
των διεθνών
χαρτοφυλακίων.
Η Κάρεν Γουόρντ
επισημαίνει ότι η μεγάλη
άνοδος των αμερικανικών
τεχνολογικών μετοχών
έχει οδηγήσει πολλούς
επενδυτές σε υψηλή
εξάρτηση από την
επιτυχία της τεχνητής
νοημοσύνης. Αντίθετα, η
ευρωπαϊκή αγορά διαθέτει
διαφορετική κλαδική
σύνθεση, με μεγαλύτερη
παρουσία τραπεζών,
βιομηχανιών και
εταιρειών υποδομών.
Όπως σημειώνει, η
μικρότερη έκθεση της
Ευρώπης στην τεχνολογία
μπορεί να λειτουργήσει
ως πλεονέκτημα σε ένα
περιβάλλον όπου οι
αποτιμήσεις γύρω από την
τεχνητή νοημοσύνη έχουν
αυξηθεί σημαντικά.
Για αρκετούς επενδυτές,
η μετάβαση της Ευρώπης
προς ένα μοντέλο
μεγαλύτερης ενεργειακής,
αμυντικής και
βιομηχανικής αυτονομίας,
σε συνδυασμό με τις
συγκριτικά ελκυστικές
αποτιμήσεις, δημιουργεί
ένα νέο επενδυτικό
αφήγημα για τις
ευρωπαϊκές μετοχές τα
επόμενα χρόνια.
|