|
Παράλληλα, ακόμη και σε
σχέση με το 2021, όταν
ξεκίνησε το νέο κύμα
πληθωριστικών πιέσεων, ο
πραγματικός μισθός
εμφανίζεται μειωμένος
κατά περίπου 1,3%. Αυτό
σημαίνει ότι οι αυξήσεις
που πραγματοποιήθηκαν τα
τελευταία χρόνια δεν
κατάφεραν να
αντισταθμίσουν πλήρως
την απώλεια αγοραστικής
δύναμης που προκάλεσε η
ακρίβεια.
Την ίδια στιγμή, η αγορά
κατοικίας ακολούθησε
εντελώς διαφορετική
πορεία, καταγράφοντας
ισχυρή άνοδο.
Οι
τιμές κατοικιών
αυξήθηκαν έως και 60% σε
Αθήνα και Θεσσαλονίκη
Με βάση τον επίσημο
δείκτη τιμών κατοικιών
της Τράπεζας της
Ελλάδος, οι τιμές των
κατοικιών στο σύνολο της
χώρας αυξήθηκαν κατά
50,4% από το 2021 έως το
2025.
Η άνοδος ήταν ακόμη
μεγαλύτερη στα μεγάλα
αστικά κέντρα, όπου η
ζήτηση παραμένει
ιδιαίτερα υψηλή. Στην
Αττική οι τιμές
αυξήθηκαν περίπου 50%,
ενώ στη Θεσσαλονίκη η
αύξηση έφτασε το 60,7%,
επιβαρύνοντας ακόμη
περισσότερο τα
νοικοκυριά που αναζητούν
κατοικία για αγορά ή
ενοικίαση.
Ακόμη πιο έντονη εικόνα
προκύπτει από τα
στοιχεία του Μητρώου
Αξιών Μεταβιβάσεων
Ακινήτων (ΜΑΜΑ). Σύμφωνα
με αυτά, η μέση αξία των
κατοικιών σε ολόκληρη τη
χώρα αυξήθηκε σωρευτικά
κατά περίπου 55% την
περίοδο 2020-2025.
Στις περιοχές με
μεγαλύτερη συγκέντρωση
πληθυσμού και
οικονομικής
δραστηριότητας, η άνοδος
ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Στην Περιφέρεια Αττικής
η αύξηση έφτασε το
71,4%, ενώ στην Κεντρική
Μακεδονία το 62%.
Η εξέλιξη αυτή
αποτυπώνει μια σημαντική
ανισορροπία: τα
εισοδήματα αυξάνονται με
αργότερους ρυθμούς από
ό,τι οι αξίες των
ακινήτων, με αποτέλεσμα
η απόκτηση κατοικίας να
γίνεται ολοένα
δυσκολότερη για ένα
μεγάλο μέρος του
πληθυσμού.
Η
Ελλάδα στην κορυφή της
στεγαστικής επιβάρυνσης
στην Ευρώπη
Η πίεση δεν αφορά μόνο
όσους επιθυμούν να
αγοράσουν κατοικία, αλλά
και τα νοικοκυριά που
ήδη κατοικούν σε
μισθωμένα ακίνητα ή
εξυπηρετούν στεγαστικά
δάνεια.
Ο δείκτης κόστους
στέγασης, ο οποίος μετρά
το ποσοστό του
διαθέσιμου εισοδήματος
που κατευθύνεται σε
ενοίκιο ή δόση δανείου,
λογαριασμούς κοινής
ωφέλειας, συντήρηση και
ασφάλιση κατοικίας,
καταγράφει ιδιαίτερα
δυσμενή εικόνα για την
Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που περιλαμβάνονται στο
σχέδιο νόμου για το
εθνικό σχέδιο
στεγαστικής πολιτικής, η
Ελλάδα εμφανίζει το
υψηλότερο ποσοστό
στεγαστικής επιβάρυνσης
στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με
το κόστος στέγασης να
απορροφά περίπου το
34,6% του διαθέσιμου
εισοδήματος των
νοικοκυριών.
Παρά τη βελτίωση σε
σχέση με προηγούμενα
χρόνια, η χώρα
εξακολουθεί να βρίσκεται
σε μεγάλη απόσταση από
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το 2018 η διαφορά από
τις υπόλοιπες χώρες της
ΕΕ έφτανε τις 20
ποσοστιαίες μονάδες, ενώ
σήμερα παραμένει στις 15
μονάδες.
Η
μεγάλη πρόκληση για την
οικονομία
Η στεγαστική κρίση
αποτελεί πλέον έναν από
τους σημαντικότερους
κοινωνικούς και
οικονομικούς
περιορισμούς. Η άνοδος
των τιμών των ακινήτων
έχει ενισχύσει τον
πλούτο όσων ήδη
διαθέτουν ιδιοκτησία,
όμως ταυτόχρονα έχει
περιορίσει τις
δυνατότητες των νεότερων
γενεών και των
νοικοκυριών με
χαμηλότερα εισοδήματα να
αποκτήσουν κατοικία.
Η επίλυση του
προβλήματος απαιτεί
συνδυασμό πολιτικών:
αύξηση της προσφοράς
κατοικιών, αξιοποίηση
ανενεργού οικιστικού
αποθέματος, ενίσχυση της
κοινωνικής κατοικίας και
μέτρα που θα περιορίζουν
την απόσταση ανάμεσα
στην εξέλιξη των
εισοδημάτων και στις
τιμές της αγοράς.
Διαφορετικά, η
στεγαστική πίεση
κινδυνεύει να εξελιχθεί
σε μόνιμο χαρακτηριστικό
της ελληνικής
οικονομίας, επηρεάζοντας
όχι μόνο το βιοτικό
επίπεδο των νοικοκυριών
αλλά και τη συνολική
κοινωνική και
δημογραφική πορεία της
χώρας.
|