|
Οι
παγκόσμιες αποταμιεύσεις
κατευθύνονται από
νεότερες και ταχέως
αναπτυσσόμενες
οικονομίες προς μια
ώριμη και επιβραδυνόμενη
οικονομία, οδηγώντας σε
υπερτιμημένα αμερικανικά
περιουσιακά στοιχεία,
αυξημένη συσχέτιση
μεταξύ διεθνών
χαρτοφυλακίων και διαρκή
έλλειψη κεφαλαίων σε
περιοχές όπου οι
επενδύσεις θα μπορούσαν
να ενισχύσουν την
παραγωγικότητα. Όπως
είχε επισημάνει
χαρακτηριστικά ο Herbert
Stein, πρώην πρόεδρος
του Συμβουλίου
Οικονομικών Συμβούλων
των ΗΠΑ, «ό,τι δεν
μπορεί να συνεχιστεί επ’
άπειρον, τελικά
σταματά».
Ήταν,
επομένως, αναμενόμενο
ότι το βάρος της
οικονομίας, ο
αυξανόμενος κίνδυνος
συγκέντρωσης, οι
ανησυχίες για
υπερβολικές αποτιμήσεις
που συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη και η
θεμελιώδης αρχή της
διαφοροποίησης θα
οδηγούσαν σε μετακίνηση
κεφαλαίων εκτός ΗΠΑ.
Σήμερα,
οι κεφαλαιακές ροές, οι
σχετικές αποδόσεις των
αγορών και οι επιλογές
των θεσμικών επενδυτών
καταδεικνύουν ότι αυτή η
ανακατανομή όχι μόνο
βρίσκεται σε εξέλιξη,
αλλά και επιταχύνεται. Η
αβεβαιότητα γύρω από
τους δασμούς, οι
παρεμβάσεις στην
ανεξαρτησία της Fed, η
επίμονη δημοσιονομική
χαλάρωση, οι
γεωπολιτικές εντάσεις
–ακόμη και οι αναφορές
στην κυριαρχία της
Γροιλανδίας– καθώς και
οι επαναλαμβανόμενες
πιέσεις στους θεσμούς,
έχουν ενισχύσει το
πολιτικό ρίσκο των ΗΠΑ.
Σε
βαθύτερο επίπεδο,
ωστόσο, καθοριστικό ρόλο
παίζει η εξασθένιση –και
σε ορισμένες περιπτώσεις
η αναστροφή– των
παραγόντων που στήριξαν
μια μακρά περίοδο
εξαιρετικής
χρηματοοικονομικής
υπεραπόδοσης της
αμερικανικής αγοράς,
καθώς και ο κορεσμός των
διεθνών χαρτοφυλακίων με
αμερικανικά περιουσιακά
στοιχεία.
Μετά την
παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση,
οι αποδόσεις των
αμερικανικών μετοχών
ξεπέρασαν κατά πολύ την
πραγματική οικονομική
μεγέθυνση. Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα οι ξένοι
επενδυτές να
τριπλασιάσουν την έκθεσή
τους στις αμερικανικές
μετοχές την τελευταία
δεκαετία, φτάνοντας τα
20 τρισ. δολάρια, κυρίως
χωρίς αντιστάθμιση
συναλλαγματικού
κινδύνου. Η εξέλιξη αυτή
τροφοδότησε υψηλότερες
αποτιμήσεις και ένα
ισχυρότερο δολάριο,
ενισχύοντας περαιτέρω
τις αποδόσεις, ιδίως για
διεθνείς επενδυτές.
Ωστόσο,
αυτή η περίοδος
βασίστηκε σε έναν σπάνιο
συνδυασμό συνθηκών που
πλέον έχει εξαντληθεί:
διαρκή πτώση επιτοκίων
και ποσοτική χαλάρωση,
μειώσεις εταιρικών φόρων
και μεταφορά εισοδήματος
από την εργασία προς το
κεφάλαιο. Καθώς αυτοί οι
παράγοντες υποχωρούν, το
Bloomberg εκτιμά ότι η
αύξηση των εταιρικών
κερδών και οι
χρηματιστηριακές
αποδόσεις στις ΗΠΑ θα
κινηθούν σε σαφώς
χαμηλότερα επίπεδα σε
σχέση με το πρόσφατο
παρελθόν.
Την ίδια
στιγμή, ο κίνδυνος
συγκέντρωσης έχει
ενταθεί σημαντικά. Τα
τελευταία τρία χρόνια,
μόλις επτά εταιρείες
συνέβαλαν στο 55% των
συνολικών αποδόσεων του
S&P 500, ενώ οι δέκα
μεγαλύτερες μετοχές
αντιπροσωπεύουν πλέον το
40% του δείκτη.
Στον
αντίποδα, οι
αναπτυσσόμενες
οικονομίες προβάλλουν ως
το βασικό πεδίο
ευκαιριών. Τα τελευταία
δέκα χρόνια, έχουν
συνεισφέρει πάνω από τα
δύο τρίτα της παγκόσμιας
ανάπτυξης, διαθέτουν
ευνοϊκότερες
δημογραφικές προοπτικές,
αυξανόμενη συμμετοχή στο
εργατικό δυναμικό,
ταχύτερη βελτίωση της
παραγωγικότητας,
διεύρυνση της μεσαίας
τάξης και αυξανόμενη
τεχνολογική δυναμική.
Οι
αγορές αρχίζουν ήδη να
ενσωματώνουν αυτή την
εικόνα. Οι μετοχές των
αναδυόμενων αγορών
υπεραποδίδουν, ενώ οι
μικρότερες «μεθοριακές»
αγορές εμφανίζουν ακόμη
υψηλότερες αποδόσεις,
λόγω της αυξημένης
ευαισθησίας τους στις
οριακές κεφαλαιακές
ροές.
Πέραν
της υψηλότερης
αναπτυξιακής δυναμικής,
οι αναδυόμενες αγορές
διαφέρουν ουσιαστικά από
τις ΗΠΑ και τις
ανεπτυγμένες οικονομίες
σε δημογραφικό,
οικονομικό και πολιτικό
επίπεδο, με χαλαρότερους
δεσμούς με τον
ανεπτυγμένο κόσμο. Το
χαρακτηριστικό αυτό τις
καθιστά ιδιαίτερα
ελκυστικές για τη
βελτίωση της
διαφοροποίησης και τη
μείωση του συνολικού
κινδύνου των
χαρτοφυλακίων.
Για τους
επενδυτές, το συμπέρασμα
είναι ξεκάθαρο: οι
εκτιμήσεις για τις
μελλοντικές αποδόσεις
δείχνουν σαφώς
χαμηλότερες προοπτικές
για τις αμερικανικές
μετοχές σε σύγκριση με
τις αναδυόμενες αγορές.
Η ανακατανομή κεφαλαίων
προς οικονομίες με
ταχύτερη ανάπτυξη και
χαμηλότερη συσχέτιση
προσφέρει καλύτερες
μακροπρόθεσμες
αποδόσεις, με πιο
ισορροπημένο συνολικό
επενδυτικό κίνδυνο.
|