|
Ο Μπέσεντ ανακοίνωσε τη
Δευτέρα νέες κυρώσεις σε
δεκάδες φυσικά πρόσωπα,
εταιρείες και πλοία,
όμως το σημαντικότερο
μήνυμα ήταν διαφορετικό:
οι ΗΠΑ προειδοποιούν
πλέον ότι μπορούν να
στοχοποιήσουν και όσους
εξακολουθούν να
διατηρούν οικονομικές
σχέσεις με την Τεχεράνη.
Ο Αμερικανός υπουργός
Οικονομικών έκανε λόγο
για οικονομική επίθεση
εναντίον των
χρηματοπιστωτικών
διασυνδέσεων του Ιράν σε
παγκόσμιο επίπεδο, καθώς
η κυβέρνηση Τραμπ
αναζητά τρόπους για να
οδηγήσει τον πόλεμο στη
Μέση Ανατολή προς το
τέλος του.
Η
Κίνα είναι το μεγάλο
πρόβλημα
Η αποτελεσματικότητα
οποιασδήποτε προσπάθειας
οικονομικού
στραγγαλισμού του Ιράν
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από τη στάση της
Κίνας.
Το Πεκίνο έχει εξελιχθεί
στον βασικό αγοραστή
ιρανικού αργού και
λειτουργεί ως ένας από
τους σημαντικότερους
διαύλους μέσω των οποίων
η Τεχεράνη διατηρεί
πρόσβαση στη διεθνή
οικονομία. Αυτό σημαίνει
ότι η επιβολή πραγματικά
αυστηρών δευτερογενών
κυρώσεων θα μπορούσε να
οδηγήσει αναπόφευκτα
στην εμπλοκή κινεζικών
εταιρειών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει
κατά το παρελθόν
απειλήσει ότι
οποιαδήποτε χώρα ή
επιχείρηση αγοράζει
ιρανικό πετρέλαιο θα
βρεθεί αντιμέτωπη με
αμερικανικές κυρώσεις.
Ωστόσο, οι απειλές αυτές
δεν έχουν μέχρι σήμερα
μεταφραστεί σε μια
γενικευμένη εκστρατεία
εναντίον των μεγαλύτερων
κινεζικών ομίλων.
Ο Μπέσεντ, όταν ρωτήθηκε
για το ενδεχόμενο λήψης
μέτρων κατά της Κίνας,
δήλωσε ότι κανείς δεν
βρίσκεται εκτός της
εμβέλειας των
αμερικανικών κυρώσεων,
υπογραμμίζοντας ωστόσο
ότι προτιμά να
χειρίζεται το θέμα μέσω
διακριτικής διπλωματίας.
Η αποφυγή συγκεκριμένων
αναφορών στην Κίνα
θεωρείται σκόπιμη,
ιδιαίτερα ενόψει της
προγραμματισμένης
συνάντησης Τραμπ και Σι
Τζινπίνγκ τον
Σεπτέμβριο. Ωστόσο,
παράγοντες που
παρακολουθούν στενά τις
σχέσεις των δύο χωρών
προειδοποιούν ότι η
υπερβολική
αυτοσυγκράτηση μπορεί να
δημιουργήσει στο Πεκίνο
την εντύπωση ότι η
Ουάσιγκτον δεν είναι
διατεθειμένη να επιβάλει
πραγματικό κόστος στις
κινεζικές επιχειρήσεις.
Από
τη στρατιωτική πίεση
στις οικονομικές
κυρώσεις
Η νέα στρατηγική
σηματοδοτεί μια
προσπάθεια μετατόπισης
του βάρους από τη
στρατιωτική κλιμάκωση
στην οικονομική πίεση.
Ωστόσο, η
αποτελεσματικότητα των
μέτρων θα είναι
περιορισμένη εάν η Κίνα
παραμείνει εκτός στόχου.
Από την άλλη πλευρά, μια
ευθεία επίθεση σε
κινεζικές επιχειρήσεις
θα μπορούσε να
προκαλέσει αντίδραση του
Πεκίνου και να
επιβαρύνει ακόμη
περισσότερο την
παγκόσμια οικονομία.
Ιδιαίτερα επικίνδυνο
θεωρείται το ενδεχόμενο
αποκλεισμού κινεζικών
εταιρειών από το
αμερικανικό
χρηματοπιστωτικό
σύστημα. Μια τέτοια
κίνηση θα μπορούσε να
ανοίξει νέο κύκλο
οικονομικής
αντιπαράθεσης μεταξύ των
δύο μεγαλύτερων
οικονομιών του κόσμου,
σε μια περίοδο κατά την
οποία η Ουάσιγκτον και
το Πεκίνο επιχειρούν να
διατηρήσουν την
εύθραυστη εμπορική τους
εκεχειρία.
Η επιβολή κυρώσεων σε
κινεζικές τράπεζες ή
μεγάλους ομίλους θα
μπορούσε να θεωρηθεί από
την Κίνα παραβίαση των
υφιστάμενων συμφωνιών
και να οδηγήσει σε
αντίποινα.
Μεταξύ των πιθανών
αντιδράσεων θα μπορούσαν
να είναι νέοι
περιορισμοί στις
εξαγωγές κρίσιμων
ορυκτών, τα οποία είναι
απαραίτητα για τη διεθνή
βιομηχανία, αλλά και
περιορισμοί σε
φαρμακευτικά προϊόντα
που κατευθύνονται προς
την αμερικανική αγορά.
Τα
«teapots» κρατούν
ανοιχτή τη ροή
πετρελαίου
Η Κίνα εδώ και χρόνια
απορρίπτει τις
μονομερείς αμερικανικές
κυρώσεις κατά του Ιράν
ως παράνομες. Παρότι οι
μεγάλες κρατικές
επιχειρήσεις έχουν σε
σημαντικό βαθμό
περιορίσει την έκθεσή
τους, ώστε να
προστατεύσουν την
πρόσβασή τους στο
αμερικανικό
χρηματοπιστωτικό
σύστημα, τα ανεξάρτητα
κινεζικά διυλιστήρια
έχουν αναπτύξει
εναλλακτικούς
μηχανισμούς για να
συνεχίζουν να
προμηθεύονται ιρανικό
αργό.
Τα λεγόμενα «teapots»
έχουν εξελιχθεί σε
σημαντικό κρίκο της
συγκεκριμένης αλυσίδας.
Πρόκειται για ανεξάρτητα
διυλιστήρια που
χρησιμοποιούν
διαφορετικούς τρόπους
πληρωμής και εμπορικής
διακίνησης,
περιορίζοντας την έκθεσή
τους στο αμερικανικό
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Τον Μάιο, το Πεκίνο
έδωσε εντολή σε
κινεζικές επιχειρήσεις
να μην εφαρμόσουν
αμερικανικές κυρώσεις
που είχαν επιβληθεί σε
πέντε διυλιστήρια. Έτσι,
οι μεγάλες κινεζικές
τράπεζες βρέθηκαν
αντιμέτωπες με ένα
δύσκολο δίλημμα: από τη
μία οι απαιτήσεις της
κινεζικής κυβέρνησης και
από την άλλη ο κίνδυνος
να χάσουν την πρόσβαση
στο αμερικανικό
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Το Πεκίνο έχει ήδη
προειδοποιήσει ότι η
πολιτική των κυρώσεων
και της οικονομικής
πίεσης δεν οδηγεί σε
λύσεις αλλά σε περαιτέρω
κλιμάκωση.
Ο
φόβος για νέο παγκόσμιο
οικονομικό σοκ
Μια γενικευμένη
εκστρατεία κυρώσεων δεν
θα επηρέαζε μόνο τις
σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Θα
μπορούσε να ενισχύσει
σημαντικά τις
οικονομικές επιπτώσεις
του πολέμου στη Μέση
Ανατολή.
Η σύγκρουση που
ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το
Ισραήλ στα τέλη
Φεβρουαρίου έχει ήδη
δημιουργήσει σοβαρές
αναταράξεις στις
ενεργειακές αγορές και
στη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Τα Στενά του Ορμούζ
αποτελούν έναν από τους
σημαντικότερους διαύλους
μεταφοράς πετρελαίου και
άλλων εμπορευμάτων
παγκοσμίως, γεγονός που
καθιστά οποιαδήποτε
διαταραχή ιδιαίτερα
επικίνδυνη.
Η άνοδος στις τιμές του
πετρελαίου και του
φυσικού αερίου έχει ήδη
αυξήσει το κόστος
μεταφορών, λιπασμάτων
και άλλων βασικών
προϊόντων. Παράλληλα, οι
υψηλότεροι ναύλοι και οι
ασφαλιστικές
επιβαρύνσεις πιέζουν τις
παγκόσμιες εφοδιαστικές
αλυσίδες.
Ο ίδιος ο Μπέσεντ
αναγνωρίζει τον κίνδυνο
μιας υπερβολικά
επιθετικής πολιτικής. Η
αμερικανική κυβέρνηση
εμφανίζεται να θέλει
αρχικά να δώσει σε χώρες
και επιχειρήσεις χρόνο
να αποχωρήσουν από τις
οικονομικές σχέσεις με
το Ιράν, πριν προχωρήσει
σε μέτρα που θα
μπορούσαν να προκαλέσουν
σοβαρές αναταράξεις στις
διεθνείς αγορές.
Το δίλημμα είναι σαφές:
η Ουάσιγκτον θέλει να
περιορίσει τα έσοδα του
Ιράν χωρίς όμως να
προκαλέσει ένα νέο σοκ
στο παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Το
μάθημα από τις κυρώσεις
στη Ρωσία
Το προηγούμενο της
Ρωσίας δείχνει πόσο
δύσκολη μπορεί να
αποδειχθεί μια τέτοια
στρατηγική.
Μετά τη ρωσική εισβολή
στην Ουκρανία το 2022, η
κυβέρνηση Μπάιντεν
δημιούργησε έναν ευρύ
διεθνή συνασπισμό για το
πάγωμα ρωσικών
περιουσιακών στοιχείων,
τον αποκλεισμό τραπεζών
από το διεθνές
χρηματοπιστωτικό σύστημα
και τον περιορισμό της
πρόσβασης της Μόσχας σε
κρίσιμη τεχνολογία.
Παρά το σημαντικό
οικονομικό κόστος, οι
κυρώσεις δεν κατάφεραν
να παραλύσουν τη ρωσική
οικονομία. Η Μόσχα
ανακατεύθυνε σημαντικό
μέρος του εμπορίου της
προς χώρες όπως η Κίνα
και η Ινδία,
περιορίζοντας την
αποτελεσματικότητα των
δυτικών περιορισμών.
Την ίδια στιγμή, η
αναστάτωση στις αγορές
ενέργειας και τροφίμων
επιβάρυνε τις οικονομίες
σε ολόκληρο τον κόσμο,
με τις αναπτυσσόμενες
χώρες να δέχονται
ιδιαίτερα ισχυρές
πιέσεις.
Ακόμη και οι προσπάθειες
περιορισμού των ρωσικών
ενεργειακών εσόδων
έπρεπε να σχεδιαστούν
έτσι ώστε να μην
οδηγήσουν σε τόσο μεγάλη
αύξηση των τιμών
ενέργειας, ώστε τελικά
να ενισχυθούν τα έσοδα
της ίδιας της Ρωσίας. Το
πλαφόν στην τιμή του
ρωσικού πετρελαίου
αποτέλεσε μία από τις
λύσεις που επιλέχθηκαν,
χωρίς όμως να οδηγήσει
στον τερματισμό του
πολέμου.
Η
σύγκρουση μπορεί να
ξεπεράσει τα όρια του
Ιράν
Η επιβολή δευτερογενών
κυρώσεων σε χώρες που
εξακολουθούν να
συναλλάσσονται με το
Ιράν θα μπορούσε να
διευρύνει σημαντικά το
οικονομικό μέτωπο. Οι
συνέπειες δεν θα
περιορίζονταν στην Κίνα,
αλλά θα μπορούσαν να
επηρεάσουν επίσης την
Ινδία, την Τουρκία και
χώρες του Κόλπου.
Έτσι, η προσπάθεια της
Ουάσιγκτον να στερήσει
από την Τεχεράνη τις
τελευταίες σημαντικές
πηγές εσόδων της
κινδυνεύει να μετατραπεί
σε μια πολύ ευρύτερη
γεωοικονομική σύγκρουση.
Το μεγάλο ερώτημα για
την κυβέρνηση Τραμπ
είναι πλέον αν μπορεί να
αυξήσει δραστικά την
οικονομική πίεση στο
Ιράν χωρίς να προκαλέσει
ταυτόχρονα μια νέα
σύγκρουση με την Κίνα
και, τελικά, ένα ακόμη
ισχυρότερο σοκ στις
διεθνείς αγορές.
Πηγή: Bloomberg
|