|
Η μελέτη υπογραμμίζει
ότι η ελληνική οικονομία
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει σημαντικό
αποταμιευτικό έλλειμμα,
ενώ τα ελληνικά
νοικοκυριά εμφανίζουν
ιδιαίτερα χαμηλή
συμμετοχή στην
οργανωμένη κεφαλαιαγορά
σε σύγκριση με τις
περισσότερες ευρωπαϊκές
χώρες.
Βασικός στόχος των
προτάσεων είναι η
ενίσχυση της
αποταμίευσης, η βελτίωση
της οικονομικής
ανθεκτικότητας της
μεσαίας τάξης, αλλά και
η καλλιέργεια
αποταμιευτικής
κουλτούρας και
οικονομικής παιδείας.
Το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι
αντίστοιχα συστήματα
λειτουργούν ήδη σε 11
κράτη-μέλη της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ
παρόμοια προγράμματα
εφαρμόζονται εδώ και
χρόνια σε οικονομίες
όπως οι Ηνωμένες
Πολιτείες, το Ηνωμένο
Βασίλειο, ο Καναδάς και
η Ιαπωνία. Τα
προγράμματα αυτά
βασίζονται κυρίως σε
φορολογικά κίνητρα που
ενθαρρύνουν τη
μακροχρόνια αποταμίευση
μέσω επενδύσεων σε
προϊόντα χαμηλού ή
μέτριου επενδυτικού
κινδύνου.
Η πρώτη πρόταση αφορά τη
δημιουργία ενός
Ατομικού Αποταμιευτικού
Επενδυτικού Λογαριασμού
(ΑΠΕΛ). Η συμμετοχή
θα είναι προαιρετική και
οι καταθέσεις θα
επενδύονται σε
επιλεγμένα χαρτοφυλάκια
κινητών αξιών που θα
πληρούν συγκεκριμένα
κριτήρια. Το φορολογικό
όφελος θα αυξάνεται
ανάλογα με το ύψος της
συμμετοχής και τη
διάρκεια διακράτησης της
επένδυσης, η οποία
μπορεί να φτάνει έως και
τα πέντε χρόνια. Η
πρόταση απευθύνεται
κυρίως στα νοικοκυριά
της μεσαίας
εισοδηματικής
κατηγορίας, ενώ
προβλέπεται ανώτατο όριο
στα φορολογικά κίνητρα
ώστε να περιορίζεται το
δημοσιονομικό κόστος.
Η δεύτερη πρόταση αφορά
τη δημιουργία
Παιδικού Αποταμιευτικού
Επενδυτικού Λογαριασμού
(ΠΑΠΕΛ), ο οποίος θα
ανοίγει με τη γέννηση
κάθε παιδιού. Τα
κεφάλαια θα επενδύονται
μακροπρόθεσμα σε
αντίστοιχα χαρτοφυλάκια,
ενώ οι γονείς θα έχουν
τη δυνατότητα να
πραγματοποιούν πρόσθετες
ετήσιες καταθέσεις. Για
τις εισφορές αυτές θα
προβλέπεται κρατική
ενίσχυση, μέσω επιπλέον
ποσών που θα πιστώνονται
στον ίδιο λογαριασμό. Τα
κεφάλαια θα μπορούν να
αξιοποιηθούν χωρίς
φορολογική επιβάρυνση
μόνο μετά την ενηλικίωση
του παιδιού, ενισχύοντας
παράλληλα και τις
πολιτικές αντιμετώπισης
του δημογραφικού
προβλήματος.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ,
ακόμη και ένα σενάριο
μέτριας έντασης κινήτρων
για τα δύο αυτά προϊόντα
θα μπορούσε να
δημιουργήσει άμεσο
οικονομικό όφελος
υπερτριπλάσιο του
δημοσιονομικού κόστους,
μέσω της αύξησης των
επενδύσεων στην ελληνική
οικονομία.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι
κατά την πρώτη δεκαετία
εφαρμογής μπορούν να
δημιουργηθούν κατά μέσο
όρο περίπου 2.000 νέες
θέσεις εργασίας υψηλής
παραγωγικότητας.
Σε ένα πιο φιλόδοξο
σενάριο, με ισχυρότερα
κίνητρα συμμετοχής, το
πραγματικό ΑΕΠ θα
μπορούσε να ενισχυθεί
έως και κατά 0,3
ποσοστιαίες μονάδες
ετησίως, ενώ το όφελος
για την οικονομία θα
διατηρείται σε επίπεδα
έως και 400 εκατ. ευρώ
τον χρόνο μέχρι το 2040.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι
τα οφέλη δεν
περιορίζονται μόνο στην
οικονομική ανάπτυξη. Η
ενίσχυση της
αποταμίευσης εκτιμάται
ότι μπορεί να συμβάλει
στη βελτίωση της
δημοσιονομικής και
εξωτερικής ισορροπίας
της χώρας, στην
αντιμετώπιση των
δημογραφικών προκλήσεων,
αλλά και στη διαμόρφωση
ισχυρότερης επενδυτικής
και οικονομικής
κουλτούρας στα ελληνικά
νοικοκυριά.


|