|
Η
Ally Warson, εταίρος
στην UP.Partners, μια
επενδυτική εταιρεία που
εξειδικεύεται στην
τεχνολογία μεταφορών και
τον φυσικό κόσμο, υπογραμμίζει
αυτή την τάση εδώ και
χρόνια στους επενδυτές. Η
περίπτωση της Ιαπωνίας
αποτελεί, όπως
επισημαίνει, ένα
χαρακτηριστικό
παράδειγμα όπου το
φαινόμενο γίνεται
ιδιαίτερα εμφανές.
Η
δυναμική αυτή είναι
ακόμη πιο έντονη σε
κλάδους με υψηλή ζήτηση
εργασίας και
περιορισμένη προσφορά
ανθρώπινου δυναμικού.
Ενδεικτικά, η Ιαπωνία
σχεδιάζει την ευρεία
αξιοποίηση ρομπότ στη
φροντίδα του γηράσκοντος
πληθυσμού της, τόσο στο
πλαίσιο της κατ’ οίκον
υγειονομικής περίθαλψης
όσο και σε άλλες
υπηρεσίες φροντίδας.
Για
την ακρίβεια, τα ρομπότ
θα γίνουν τόσο
διαδεδομένα που μια
πρόσφατη έκθεση της Bank
of America προέβλεψε
ότι, μέχρι το 2060, οι
άνθρωποι θα κατέχουν
περισσότερα ανθρωποειδή
ρομπότ από αυτοκίνητα.
«Η
πραγματικότητα είναι ότι
κανείς δεν θέλει να
κάνει αυτές τις
δουλειές», δήλωσε η
Warson στο Fortune.
«Υπάρχουν περίπου
600.000 κενές θέσεις
εργασίας στον
βιομηχανικό τομέα και
κανείς δεν προτίθεται να
τις αναλάβει».
Τα
ρομπότ χτίζουν τοίχους
Η
έκθεση UBS Global
Entrepreneur Report
2026, η οποία διεξήγαγε
έρευνα σε 215
ηγέτες επιχειρήσεων με
συνολικά έσοδα 34,3
δισεκατομμύρια δολάρια,
καταγράφει ότι το 47%
των επιχειρηματιών με
δραστηριότητα στη
βιομηχανία θεωρούν την
αυτοματοποίηση και τη
ρομποτική ως τη
σημαντικότερη εμπορική
ευκαιρία.
Οι
ερευνητές της UBS
συνομίλησαν με τον
επικεφαλής μιας
εταιρείας κατασκευών και
ακινήτων με έδρα το
Λουξεμβούργο, ο οποίος
ξεχώρισε τη διαφορά
μεταξύ της τεχνητής
νοημοσύνης και των
φυσικών δυνατοτήτων της
ρομποτικής. «Στον
κατασκευαστικό κλάδο, η
τεχνητή νοημοσύνη έχει
περιορισμένες εφαρμογές.
Πρόκειται για μια
κατεξοχήν φυσική
δραστηριότητα, και το ΑΙ
δεν μπορεί να χτίσει
έναν τοίχο. Κάποια
στιγμή θα υπάρχουν
ρομπότ, αλλά όχι ακόμη»,
ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η
Warson συμμερίζεται αυτή
την εκτίμηση. Αν και η
τεχνολογία δεν έχει
φτάσει ακόμη σε αυτό το
επίπεδο, υπάρχουν ήδη
πολλοί τομείς όπου ο
υψηλός κίνδυνος για την
ανθρώπινη ζωή καθιστά τη
ρομποτική αυτοματοποίηση
προτεραιότητα. Στην
κατασκευή σηράγγων, για
παράδειγμα, «μπορείς
απλώς να αφήσεις ένα
ρομπότ να συνεχίσει τη
διάνοιξη», αντί να
εκθέσεις ένα συνεργείο
με ανθρώπους σε
επικίνδυνες συνθήκες. Το
ίδιο ισχύει και για
εργασίες όπως ο
καθαρισμός υαλοπινάκων
σε ουρανοξύστες: «Ακόμη
και σήμερα, κρεμάμε
ανθρώπους έξω από ένα
κτήριο, δεκάδες μέτρα
πάνω από το έδαφος, για
να καθαρίσουν τα
παράθυρα. Γιατί
εξακολουθεί να συμβαίνει
αυτό;» διερωτάται.
Για
τη Warson, το ισχυρότερο
επιχείρημα υπέρ της
«φυσικής» τεχνητής
νοημοσύνης δεν ήταν ποτέ
η αύξηση της
αποδοτικότητας ή η
μείωση του κόστους. Αντιθέτως,
αφορά πρωτίστως την
προστασία της ανθρώπινης
ζωής.
«Πιστεύω ότι η
οικονομική λογική ισχύει
περισσότερο για θέσεις
εργασίας όπου
διακυβεύονται ανθρώπινες
ζωές», είπε. «Αν μιλάμε
για την αντικατάσταση
ενός ατόμου που περπατά
σε εργοτάξιο τα
μεσάνυχτα, όπου υπάρχουν
καρφιά που προεξέχουν
από το έδαφος, ή αν
ζητάς από κάποιον να
πάει σε μια υπεράκτια
εγκατάσταση πετρελαίου
και φυσικού αερίου
επειδή υπάρχει διαρροή,
αυτό σημαίνει απαίτηση
αποζημίωσης από ασφάλεια
ζωής ύψους άνω του ενός
εκατομμυρίου δολαρίων,
πέραν οποιωνδήποτε
ενδεχόμενων μηνύσεων».
Προετοιμασία για ένα
ρομποτικό μέλλον
Η
UP.Partners έχει ήδη
τοποθετήσει σημαντικά
κεφάλαια σε αυτές τις
ιδέες. Μεταξύ άλλων,
επένδυσε στη Noble
Machines, μια εταιρεία
ρομποτικής για τον
κατασκευαστικό κλάδο,
σχεδιασμένη ειδικά για
τις απαιτήσεις και την
αβεβαιότητα των
πραγματικών εργοταξίων.
Τα ρομπότ της μπορούν να
κινούνται σε σκάλες, να
διατηρούν σταθερότητα
υπό πίεση και να
λειτουργούν σε μη
δομημένα περιβάλλοντα,
όπου τα παραδοσιακά
βιομηχανικά ρομπότ
αδυνατούσαν να
ανταποκριθούν.
Παράλληλα, έχει
επενδύσει και στη
WakeCap, μια πλατφόρμα
που συνδυάζει υλικό και
λογισμικό για την
παρακολούθηση
εργαζομένων σε εργοτάξια
και η οποία έχει
καταγράψει μείωση 91%
στις παρατηρήσεις
ασφάλειας.
«Η
WakeCap βοηθά τους
ανθρώπους να εργάζονται
με μεγαλύτερη ασφάλεια
στα εργοτάξια», δήλωσε η
Warson, περιγράφοντας
τους αισθητήρες που
ενσωματώνονται στα κράνη
ασφαλείας και επιτρέπουν
την παρακολούθηση
δραστηριότητας σε
πραγματικό χρόνο. «Αυτό
μας επαναφέρει στο
ζήτημα της ασφάλισης.
Μπορεί κανείς να το δει
και από την οπτική ότι η
τεχνητή νοημοσύνη
ενισχύει την ασφάλεια
των εργαζομένων με
πολλούς, διαφορετικούς
και συχνά απρόβλεπτους
τρόπους».
Ο συνδυασμός ΑΙ
και ρομποτικής
αναδεικνύεται ως η
ταχύτερη και πιο
αξιόπιστη οδός για την
επίτευξη πραγματικών,
απτών αποτελεσμάτων. Αυτό
αποτυπώνεται και στην
επένδυση ύψους 6,3
δισεκατομμυρίων δολαρίων
που πραγματοποίησε η
Ιαπωνία στον τομέα της
ρομποτικής υπό την
πρωθυπουργό Σανάε
Τακαΐτσι, σύμφωνα με
έκθεση της Franklin
Templeton.
Σύμφωνα με το Υπουργείο
Οικονομίας της Ιαπωνίας,
η χώρα ελέγχει ήδη
περίπου το 70% της
παγκόσμιας αγοράς
βιομηχανικής ρομποτικής
και επιδιώκει να
ενισχύσει περαιτέρω τη
θέση της έως το 2040,
ενσωματώνοντας πιο
συστηματικά το ΑΙ.
Ωστόσο, όλα τα παραπάνω
δεν σημαίνουν ότι μια
«ρομποτική αποκάλυψη»
βρίσκεται προ των πυλών.
Όπως επισημαίνει η
Warson, η υποδομή που
απαιτείται για τη
λεγόμενη «φυσική»
τεχνητή νοημοσύνη έχει
πλέον ωριμάσει επαρκώς,
ώστε να υποστηρίξει
πραγματικές εφαρμογές.
Οι αισθητήρες που
συνδέονται στο διαδίκτυο
είναι πλέον ευρέως
διαδεδομένοι στους
χώρους εργασίας, η
υπολογιστική ισχύς
επιτρέπει την εκτέλεση
προηγμένων μοντέλων στην
«άκρη» του δικτύου και
τα μοντέλα τεχνητής
νοημοσύνης δίνουν στις
μηχανές τη δυνατότητα να
προσαρμόζονται σε φυσικά
περιβάλλοντα με τρόπους
που θα θεωρούνταν
αδιανόητοι πριν από
μόλις πέντε χρόνια. «Η
τεχνητή νοημοσύνη έχει
ουσιαστικά ξεκλειδώσει
το δυναμικό της
ρομποτικής ως κατηγορίας
asset», κατέληξε η
Warson.
Πηγή: Fortune.com
|