|
Μία από τις βασικές
εκκρεμότητες της κρίσης
Το Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο έχει επισημάνει
ότι η επιμονή του
ιδιωτικού χρέους σε
υψηλά επίπεδα αποτελεί
κατάλοιπο της πολυετούς
οικονομικής κρίσης. Ως
αποτέλεσμα, η εξυγίανση
των ισολογισμών του
ιδιωτικού τομέα
παραμένει ανολοκλήρωτη.
Η αργή αποκλιμάκωση των
ληξιπρόθεσμων οφειλών
περιορίζει τη δυνατότητα
επιστροφής νοικοκυριών
και επιχειρήσεων στην
τραπεζική χρηματοδότηση,
καθώς οι μη
εξυπηρετούμενες
υποχρεώσεις εξακολουθούν
να επιβαρύνουν την
πιστοληπτική τους
εικόνα.
Το πρόβλημα απασχολεί
και την κυβέρνηση, η
οποία έχει προχωρήσει σε
διαδοχικές παρεμβάσεις.
Μεταξύ των πιο πρόσφατων
μέτρων περιλαμβάνονται η
διεύρυνση των ορίων
ένταξης στον
εξωδικαστικό μηχανισμό
και η νέα έκτακτη
ρύθμιση οφειλών προς το
Δημόσιο σε έως 72
δόσεις.
Το Δημόσιο συγκεντρώνει
σχεδόν επτά στα δέκα
ευρώ
Η βασική αιτία για τη
στασιμότητα του
συνολικού ληξιπρόθεσμου
ιδιωτικού χρέους είναι η
συνεχής αύξηση των
οφειλών προς το Δημόσιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της Γενικής Γραμματείας
Χρηματοπιστωτικού Τομέα
και Διαχείρισης
Ιδιωτικού Χρέους, οι
οφειλές προς το Δημόσιο
αυξήθηκαν την τελευταία
οκταετία κατά
27,1 δισ. ευρώ.
Η αύξηση αυτή
αντιστάθμισε τη μείωση
που καταγράφηκε στα χρέη
προς τις τράπεζες και
τους servicers.
Πλέον, σχεδόν
επτά στα δέκα ευρώ
ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού
χρέους αφορούν
οφειλές προς το Δημόσιο.
Ειδικότερα:
Οι οφειλές προς την
ΑΑΔΕ
αυξήθηκαν από 104,4 δισ.
ευρώ το 2018 σε 114,5
δισ. ευρώ το πρώτο
τρίμηνο του 2026,
σημειώνοντας άνοδο 10,1
δισ. ευρώ.
Οι οφειλές προς το
Κέντρο Είσπραξης
Ασφαλιστικών Οφειλών
(ΚΕΑΟ)
αυξήθηκαν από 34,8 δισ.
ευρώ σε 51,8 δισ. ευρώ,
καταγράφοντας αύξηση 17
δισ. ευρώ.
Τα χρέη προς τράπεζες
και servicers
μειώθηκαν από 99,7 δισ.
ευρώ σε 72,3 δισ. ευρώ,
δηλαδή κατά 27,3 δισ.
ευρώ ή 27,4%.
Η εικόνα αυτή
καταδεικνύει ότι το
πρόβλημα μετατοπίζεται
σταδιακά από το
τραπεζικό σύστημα προς
το Δημόσιο, χωρίς ωστόσο
να έχει εξαλειφθεί το
βάρος των μη
εξυπηρετούμενων δανείων.
Η ανακατανομή των
κόκκινων δανείων
Η μείωση των οφειλών
προς τις τράπεζες δεν
σημαίνει ότι το πρόβλημα
των μη εξυπηρετούμενων
δανείων έχει
αντιμετωπιστεί στο
σύνολό του.
Στο πλαίσιο της
εξυγίανσης των
τραπεζικών ισολογισμών,
μεγάλο μέρος των
κόκκινων δανείων
μεταφέρθηκε σε
funds
και εταιρείες
διαχείρισης απαιτήσεων.
Έτσι, τα μη
εξυπηρετούμενα δάνεια
που παραμένουν απευθείας
στις τράπεζες μειώθηκαν
από 81,8 δισ.
ευρώ σε περίπου
6 δισ. ευρώ. Την ίδια
περίοδο, τα δάνεια υπό
τη διαχείριση των
servicers
αυξήθηκαν από 17,9 δισ.
ευρώ σε 66,4 δισ. ευρώ.
Η μεταβολή αυτή βελτίωσε
την εικόνα των τραπεζών,
αλλά δεν εξαφάνισε τις
οφειλές από την
οικονομία. Απλώς άλλαξε
ο φορέας που τις
διαχειρίζεται.
Νέα αύξηση του
ληξιπρόθεσμου χρέους
Η τάση επιδείνωσης
συνεχίστηκε και το
τελευταίο δωδεκάμηνο.
Μεταξύ Μαρτίου 2025 και
Μαρτίου 2026, το
συνολικό ληξιπρόθεσμο
ιδιωτικό χρέος αυξήθηκε
κατά 4,9 δισ.
ευρώ, από 233,7
δισ. ευρώ σε 238,6 δισ.
ευρώ.
Η αύξηση προήλθε
αποκλειστικά από τις
οφειλές προς το Δημόσιο:
Τα χρέη προς την ΑΑΔΕ
αυξήθηκαν κατά 3,73 δισ.
ευρώ.
Οι οφειλές προς το ΚΕΑΟ
αυξήθηκαν κατά 2,1 δισ.
ευρώ.
Στην περίπτωση του ΚΕΑΟ,
η άνοδος δεν αφορά μόνο
τη δημιουργία νέων
οφειλών. Το υπόλοιπο
αυξάνεται και από την
ένταξη νέων οφειλετών με
παλαιότερα χρέη, καθώς
και από πρόσθετες
επιβαρύνσεις.
Η διεύρυνση του
φορολογικού χρέους
αποτυπώνεται και στον
αριθμό των οφειλετών.
Περίπου 4,8
εκατ. φορολογούμενοι
εμφανίζονται πλέον με
χρέη προς την ΑΑΔΕ,
έναντι περίπου 4 εκατ.
το 2018.
Μεγάλο μέρος των οφειλών
δεν είναι εισπράξιμο
Το συνολικό ύψος των
χρεών προς το Δημόσιο
χρειάζεται, ωστόσο, να
αξιολογείται με προσοχή,
καθώς σημαντικό μέρος
του δεν θεωρείται
πραγματικά εισπράξιμο.
Από τα 114,5 δισ. ευρώ
των οφειλών προς την
ΑΑΔΕ, περίπου 35
δισ. ευρώ έχουν
χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα
είσπραξης.
Αντίστοιχα, από το
συνολικό χρέος προς το
ΚΕΑΟ, ποσό άνω των 10
δισ. ευρώ θεωρείται
ιδιαίτερα χαμηλής
εισπραξιμότητας.
Πρόκειται, μεταξύ άλλων,
για οφειλές εργοδοτών
που έχουν πτωχεύσει ή
βρίσκονται σε
εκκαθάριση, παλαιές
ασφαλιστικές υποχρεώσεις
που δεν συνοδεύονται από
πραγματικές καταβολές,
καθώς και χρέη
ασφαλισμένων που έχουν
αποβιώσει.
Επομένως, το ονομαστικό
ύψος του δημόσιου χρέους
δεν ταυτίζεται με το
ποσό που μπορεί να
εισπραχθεί άμεσα από το
κράτος.
Μικρή αποκλιμάκωση στα
δάνεια τραπεζών και
servicers
Σε αντίθεση με τις
οφειλές προς το Δημόσιο,
τα μη εξυπηρετούμενα
δάνεια παρουσίασαν μικρή
υποχώρηση κατά το
τελευταίο δωδεκάμηνο.
Τα μη εξυπηρετούμενα
ανοίγματα μειώθηκαν κατά
περίπου 50 εκατ.
ευρώ στις τράπεζες
και κατά 810
εκατ. ευρώ στους
servicers.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
των εταιρειών
διαχείρισης, την
τελευταία τριετία έχουν
πραγματοποιηθεί
ρυθμίσεις δανείων
συνολικού ύψους περίπου
20 δισ. ευρώ. Για το
2026, οι ρυθμίσεις
εκτιμάται ότι θα
ανέλθουν σε 3-3,5 δισ.
ευρώ.
Το ποσό αυτό, ωστόσο,
παραμένει περιορισμένο
σε σχέση με το μεγάλο
απόθεμα κόκκινων δανείων
που εξακολουθούν να
βρίσκονται υπό
διαχείριση.
Επιπλέον, μια ρύθμιση
δεν συνεπάγεται
αυτομάτως ισόποση μείωση
του συνολικού χρέους.
Ακόμη και όταν ο
δανειολήπτης τηρεί
κανονικά τους νέους
όρους, το δάνειο
εξακολουθεί να αποτελεί
υφιστάμενη υποχρέωση και
δεν παύει να επιβαρύνει
τον ισολογισμό του.
Η πρόκληση των βιώσιμων
ρυθμίσεων
Η επιμονή του ιδιωτικού
χρέους σε υψηλά επίπεδα
μεταφέρει πλέον το βάρος
της οικονομικής
πολιτικής από την απλή
καταγραφή των οφειλών
στη δημιουργία
πραγματικά βιώσιμων
λύσεων.
Το ζητούμενο δεν είναι
μόνο να αυξηθεί ο
αριθμός των ρυθμίσεων,
αλλά να μετατραπεί
μεγαλύτερο μέρος του
συσσωρευμένου χρέους σε
υποχρεώσεις που μπορούν
να εξυπηρετηθούν σε
βάθος χρόνου.
Η πρόκληση αφορά τόσο τα
χρέη προς το Δημόσιο όσο
και τις οφειλές προς
τράπεζες και
servicers.
Χωρίς ουσιαστική
αποκλιμάκωση του
ιδιωτικού χρέους,
σημαντικό μέρος
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων θα
παραμείνει αποκλεισμένο
από νέα χρηματοδότηση,
περιορίζοντας τις
δυνατότητες επενδύσεων,
κατανάλωσης και
ισχυρότερης ανάπτυξης.
Νέα ρύθμιση έως 72
δόσεις
Από τον Ιούλιο τέθηκε σε
εφαρμογή νέα έκτακτη
ρύθμιση για βεβαιωμένες
οφειλές προς το Δημόσιο,
οι οποίες είχαν καταστεί
ληξιπρόθεσμες έως τις
31 Δεκεμβρίου
2023.
Η ρύθμιση προβλέπει
αποπληρωμή σε έως
72 δόσεις,
με ελάχιστη μηνιαία
καταβολή 30 ευρώ. Η
προθεσμία υποβολής
αιτήσεων έχει οριστεί
έως τις 31
Δεκεμβρίου 2026.
Η αποτελεσματικότητα του
μέτρου θα κριθεί από το
κατά πόσο θα μπορέσει να
εντάξει πραγματικά
βιώσιμες οφειλές σε
ρυθμίσεις που θα
τηρούνται σε βάθος
χρόνου και δεν θα
οδηγούν εκ νέου σε
συσσώρευση χρεών.
|