|
Χρονιά – ορόσημο για τον
κλάδο
Το 2025 αποτέλεσε
χρονιά-ορόσημο για την
ασφαλιστική αγορά, καθώς
η συνολική παραγωγή
ασφαλίστρων ξεπέρασε τα
6 δισ. ευρώ. Παράλληλα,
οι αποζημιώσεις που
κατέβαλαν οι
ασφαλιστικές εταιρείες
ανήλθαν σε περίπου 3,7
δισ. ευρώ.
Ο κλάδος της ασφάλισης
αντιστοιχεί περίπου στο
2,5% του ελληνικού ΑΕΠ,
δημιουργεί περισσότερες
από 50.000 άμεσες και
έμμεσες θέσεις εργασίας
και διαχειρίζεται
μακροπρόθεσμα κεφάλαια
που πλησιάζουν τα 18
δισ. ευρώ. Με τον τρόπο
αυτό αποτελεί έναν από
τους σημαντικότερους
θεσμικούς επενδυτές στην
ελληνική οικονομία.
Παρά τα θετικά αυτά
στοιχεία, η ασφαλιστική
διείσδυση στη χώρα
παραμένει χαμηλή. Η
συμμετοχή της ασφάλισης
στο ελληνικό ΑΕΠ
αντιστοιχεί μόλις στο
25% του μέσου όρου των
ευρωπαϊκών χωρών,
γεγονός που δείχνει ότι
μεγάλο μέρος της
κοινωνίας παραμένει
ουσιαστικά χωρίς επαρκή
ασφαλιστική προστασία.
Τα μέτρα που έχουν
εφαρμοστεί
Τα τελευταία χρόνια
έχουν υιοθετηθεί
ορισμένες παρεμβάσεις με
στόχο τον περιορισμό του
ασφαλιστικού κενού.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η
έκπτωση έως 20% στον
ΕΝΦΙΑ για κατοικίες που
διαθέτουν ασφαλιστική
κάλυψη έναντι φυσικών
καταστροφών.
Το μέτρο συνέβαλε στην
αύξηση του αριθμού των
ασφαλισμένων κατοικιών,
ωστόσο το ποσοστό
παραμένει χαμηλό, καθώς
λιγότερο από το 20% των
ακινήτων στη χώρα
διαθέτει ασφαλιστική
κάλυψη.
Σημαντική θεωρείται
επίσης η υποχρεωτική
ασφάλιση έναντι φυσικών
καταστροφών για
επιχειρήσεις με ετήσιο
κύκλο εργασιών άνω των
500.000 ευρώ, καθώς και
οι ενέργειες για τον
περιορισμό των
ανασφάλιστων οχημάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρουσιάστηκαν, μόνο
στον πρώτο κύκλο
ειδοποιήσεων
ασφαλίστηκαν 28.627
οχήματα, ενώ επιβλήθηκαν
πρόστιμα συνολικού ύψους
55 εκατ. ευρώ σε
περισσότερους από
125.000 ιδιοκτήτες
ανασφάλιστων
αυτοκινήτων.
Το ζήτημα του κόστους
υγείας
Ένα από τα σημαντικότερα
ζητήματα που
αντιμετωπίζει σήμερα η
ασφαλιστική αγορά είναι
η αύξηση του κόστους των
υπηρεσιών υγείας, η
οποία επηρεάζει άμεσα τα
ασφάλιστρα.
Όπως επισημαίνουν οι
ασφαλιστικές εταιρείες,
το ύψος των ασφαλίστρων
δεν καθορίζεται
αποκλειστικά από τις
ίδιες, αλλά επηρεάζεται
σε μεγάλο βαθμό από το
συνολικό κόστος των
ιατρικών υπηρεσιών. Η
άνοδος των χρεώσεων στις
ιδιωτικές κλινικές
οδηγεί σε υψηλότερες
αποζημιώσεις και, κατ’
επέκταση, σε αύξηση των
ασφαλιστικών συμβολαίων.
Για τον λόγο αυτό
προτείνουν παρεμβάσεις
που θα ενισχύσουν τη
διαφάνεια στις χρεώσεις
των νοσηλειών, όπως η
εφαρμογή διεθνών
συστημάτων κοστολόγησης,
όπως τα DRG’s,
ώστε να υπάρχει σαφής
εικόνα για τον τρόπο
διαμόρφωσης του κόστους
των υπηρεσιών υγείας.
Παράλληλα ζητούν την
κατάργηση του φόρου 15%
στα ασφάλιστρα υγείας,
υποστηρίζοντας ότι η
φορολογική επιβάρυνση
παραμένει ιδιαίτερα
υψηλή.
Δημογραφικό και
συνταξιοδοτικό
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί και η εξέλιξη
του δημογραφικού
προβλήματος. Οι
προβλέψεις δείχνουν ότι
μέχρι το 2030 ένας στους
τρεις πολίτες στην
Ελλάδα θα είναι άνω των
60 ετών, γεγονός που
αυξάνει τις πιέσεις στο
συνταξιοδοτικό σύστημα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
ασφαλιστική αγορά
υποστηρίζει ότι η
κρατική σύνταξη δεν θα
είναι επαρκής από μόνη
της και ότι θα πρέπει να
ενισχυθούν οι
συμπληρωματικοί πυλώνες
ασφάλισης.
Μεταξύ των προτάσεων που
διατυπώνονται είναι η
παροχή φορολογικών
κινήτρων για
αποταμιευτικά και
συνταξιοδοτικά
προγράμματα, τόσο μέσω
επαγγελματικών ταμείων
όσο και μέσω ιδιωτικών
ασφαλιστικών προϊόντων,
όπως συμβαίνει ήδη σε
πολλές χώρες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Περιορισμένες
δυνατότητες αποταμίευσης
Παρότι η ανάγκη για
αποταμίευση γίνεται
ολοένα και πιο εμφανής,
οι οικονομικές
δυνατότητες των
νοικοκυριών παραμένουν
περιορισμένες.
Σύμφωνα με σχετικές
έρευνες, περισσότεροι
από τους μισούς Έλληνες
δεν αποταμιεύουν
καθόλου, ενώ σημαντικό
ποσοστό δηλώνει ότι θα
ήθελε να αποταμιεύει,
αλλά δεν διαθέτει τα
απαραίτητα οικονομικά
μέσα.
Τα στοιχεία των
ευρωπαϊκών στατιστικών
αρχών επιβεβαιώνουν την
εικόνα αυτή, καθώς τα
ελληνικά νοικοκυριά
εμφανίζουν αρνητικό
ποσοστό αποταμίευσης,
δηλαδή δαπανούν
περισσότερα χρήματα από
όσα καταφέρνουν να
αποταμιεύσουν.
|