|
Οι
εκδόσεις αυτές υπηρετούν
πολλαπλούς στρατηγικούς
στόχους.
Πρώτον,
ενισχύουν την
κερδοφορία. Μέρος των
αντληθέντων κεφαλαίων
κατευθύνεται στην πρόωρη
εξόφληση παλαιότερων και
ακριβότερων ομολόγων,
που είχαν εκδοθεί σε
περιβάλλον υψηλών
επιτοκίων και
χαμηλότερης
πιστοληπτικής
διαβάθμισης. Με τα
επιτόκια της ΕΚΤ να
έχουν υποχωρήσει
σημαντικά και τα spreads
να έχουν περιοριστεί
μετά την επιστροφή της
χώρας στην επενδυτική
βαθμίδα, το κόστος
δανεισμού είναι πλέον
χαμηλότερο, μειώνοντας
τις δαπάνες για τόκους.
Δεύτερον, ενισχύουν τους
δείκτες κεφαλαιακής
επάρκειας. Οι εξαγορές
της τελευταίας διετίας,
σε συνδυασμό με την
επανέναρξη διανομής
μερισμάτων, είχαν
περιορίσει τα κεφαλαιακά
«μαξιλάρια». Μέσω των
νέων εκδόσεων
αποκαθίσταται η
ισορροπία,
διασφαλίζοντας άνεση για
μελλοντικές κινήσεις.
Τρίτον,
δημιουργούν χώρο για
περαιτέρω ανάπτυξη. Οι
διοικήσεις συνεχίζουν να
αναζητούν ευκαιρίες
εξαγορών και στρατηγικών
συνεργασιών που θα
ενισχύσουν την
αποδοτικότητα, χωρίς να
θιγεί η πολιτική
ανταμοιβής των μετόχων.
Ενδεικτικά, η
Εθνική Τράπεζα
φέρεται να προετοιμάζει
συμφωνία στον
ασφαλιστικό κλάδο, ενώ η
πρόσφατη έκδοση τίτλων
AT1 εντάσσεται σε αυτό
το πλαίσιο θωράκισης.
Αντίστοιχα, η
CrediaBank
προχωρά σε στρατηγική
επέκταση, έχοντας ήδη
συμφωνήσει στην εξαγορά
της
HSBC Malta. Ο
όμιλος είχε αντλήσει 250
εκατ. ευρώ μέσω AT1 και
Tier II, ενώ εξετάζει
και αύξηση μετοχικού
κεφαλαίου για τη
χρηματοδότηση νέων
κινήσεων,
συμπεριλαμβανομένων
πιθανών συνεργασιών στον
ασφαλιστικό τομέα.
Συνολικά, η επιτυχία των
πρόσφατων εκδόσεων δεν
αποτελεί απλώς τεχνικό
γεγονός άντλησης
ρευστότητας, αλλά
ένδειξη ότι οι αγορές
αντιμετωπίζουν πλέον το
ελληνικό τραπεζικό
σύστημα ως αξιόπιστο και
επενδύσιμο, με πρόσβαση
σε κεφάλαια με όρους που
πριν λίγα χρόνια θα
θεωρούνταν αδιανόητοι.
|