|
Στο ενεργειακό μέτωπο,
παρότι οι τιμές έχουν
αποκλιμακωθεί από τα
υψηλά του 2022, το
κόστος ηλεκτρικής
ενέργειας για τη
βιομηχανία στην Ευρώπη
παραμένει αισθητά
υψηλότερο σε σχέση με
τις ΗΠΑ. Η διαφορά αυτή
οφείλεται κυρίως στην
αφθονία φυσικού αερίου
στην αμερικανική
οικονομία, γεγονός που
διατηρεί τις τιμές
χαμηλές. Αντίθετα, στην
Ευρώπη το ενεργειακό
κόστος λειτουργεί πλέον
ως διαρθρωτικό βάρος για
τις επιχειρήσεις,
περιορίζοντας την
ανταγωνιστικότητά τους.
Οι ενεργοβόροι κλάδοι,
όπως η χημική
βιομηχανία, η
μεταλλουργία, το χαρτί
και το τσιμέντο,
συγκεντρώνονται κυρίως
σε μεγάλες οικονομίες,
με πρώτη τη Γερμανία και
να ακολουθούν η Γαλλία,
η Ιταλία και η Πολωνία.
Δεδομένου ότι τα
περιθώρια κέρδους δεν
έχουν επανέλθει πλήρως
μετά την προηγούμενη
ενεργειακή κρίση, οι
επιχειρήσεις διαθέτουν
περιορισμένα περιθώρια
απορρόφησης νέων
αυξήσεων στο κόστος.
Σε αντίθεση με το 2022,
όταν οι επιχειρήσεις
διατήρησαν προσωπικό
μέσω μείωσης ωραρίων και
συμπίεσης κερδών, σήμερα
η αγορά εργασίας είναι
πιο «χαλαρή», γεγονός
που αυξάνει την
πιθανότητα ταχύτερης
προσαρμογής μέσω
περιορισμού θέσεων
εργασίας. Παρ’ όλα αυτά,
ο βασικός κίνδυνος δεν
εντοπίζεται σε απότομη
άνοδο της ανεργίας, αλλά
σε μια σταδιακή
αποδυνάμωση της αγοράς
εργασίας, ιδιαίτερα σε
οικονομίες με
διαρθρωτικές αδυναμίες.
Η Allianz
εξετάζει δύο βασικά
σενάρια για την εξέλιξη
της κρίσης. Στο βασικό
σενάριο, όπου η
ναυσιπλοΐα στα Στενά του
Ορμούζ αποκαθίσταται
σταδιακά, εκτιμάται
απώλεια περίπου 102.000
θέσεων εργασίας στην
Ευρωζώνη και 51.000 στις
ΗΠΑ έως το 2026, με
περιορισμένη επίδραση
στα ποσοστά ανεργίας.
Σε ένα πιο αρνητικό
σενάριο, με
παρατεταμένες διαταραχές
στην ενεργειακή
τροφοδοσία, οι
επιπτώσεις εντείνονται:
η ανεργία στην Ευρωζώνη
θα μπορούσε να αυξηθεί
κατά περίπου 0,14
ποσοστιαίες μονάδες, ενώ
οι συνολικές απώλειες
θέσεων εργασίας
ενδέχεται να ξεπεράσουν
τις 225.000, έναντι
περίπου 126.000 στις
ΗΠΑ.
Παρά τη σχετικά
συγκρατημένη άνοδο της
ανεργίας, η πραγματική
επιβάρυνση για τους
εργαζομένους ενδέχεται
να είναι μεγαλύτερη,
καθώς σε πολλές
περιπτώσεις η προσαρμογή
θα γίνει μέσω μείωσης
της αγοραστικής δύναμης
και όχι άμεσης απώλειας
θέσεων εργασίας. Έτσι, η
πίεση στα εισοδήματα
αναμένεται να αποτελέσει
τον βασικό μηχανισμό
προσαρμογής στις
οικονομίες με υψηλό
ενεργειακό κόστος.

|