|
Το ΣΕΠΕ αποτυπώνει το
συνολικό ετήσιο κόστος
ενός δανείου και δεν
περιορίζεται στο
ονομαστικό επιτόκιο.
Συνυπολογίζει πρόσθετες
επιβαρύνσεις, όπως έξοδα
φακέλου, έγκρισης και
είσπραξης, ασφάλιστρα
και τυχόν υποχρεωτικές
εισφορές, προσφέροντας
μια πληρέστερη εικόνα
του πραγματικού κόστους
χρηματοδότησης.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο
ΣΕΠΕ θα καθορίζεται με
βάση τον μέσο όρο της
αγοράς, με περιθώριο
προσαύξησης από 30% έως
50%. Το μέσο ΣΕΠΕ
διαμορφώνεται σήμερα
περίπου στο 15%, ενώ
αναμένονται τα στοιχεία
της Τράπεζας της Ελλάδος
για το τρίτο τρίμηνο του
2026, τα οποία θα
χρησιμοποιηθούν ως βάση
για τον υπολογισμό του
πλαφόν. Το ακριβές όριο
θα καθοριστεί με
υπουργική απόφαση.
Ποιοι δανειολήπτες
κινδυνεύουν να μείνουν
εκτός
Οι νέοι περιορισμοί
ενδέχεται να επηρεάσουν
περισσότερο όσους
εμφανίζουν αυξημένο
πιστωτικό κίνδυνο,
διαθέτουν χαμηλά
εισοδήματα ή επιχειρούν
να λάβουν για πρώτη φορά
δάνειο. Στην ίδια
κατηγορία μπορεί να
βρεθούν και καταναλωτές
με παλαιότερες
ληξιπρόθεσμες οφειλές,
οι οποίοι έχουν
καταγραφεί στον
«Τειρεσία», ακόμη κι αν
έχουν πλέον τακτοποιήσει
τις υποχρεώσεις τους.
Το πιστωτικό ιστορικό
εξακολουθεί να αποτελεί
σημαντικό παράγοντα στην
αξιολόγηση των αιτήσεων.
Οι τράπεζες συνήθως
λαμβάνουν υπόψη τον
υψηλότερο κίνδυνο
αποπληρωμής κατά την
τιμολόγηση των δανείων.
Εάν, όμως, τα νέα
ανώτατα όρια δεν
επιτρέπουν την επιβολή
επιτοκίου που να
καλύπτει τον εκτιμώμενο
κίνδυνο, ορισμένες
χορηγήσεις ενδέχεται να
μην είναι πλέον
οικονομικά βιώσιμες για
τα πιστωτικά ιδρύματα.
Έτσι, ένα μέτρο που
αποσκοπεί στον
περιορισμό του κόστους
δανεισμού μπορεί να έχει
και μια παράπλευρη
συνέπεια: να περιορίσει
την πρόσβαση στη
χρηματοδότηση για
καταναλωτές που ήδη
δυσκολεύονται να
εξασφαλίσουν τραπεζικό
δάνειο.
Τρία παραδείγματα
δανειοληπτών που
ενδέχεται να επηρεαστούν
Οι επιπτώσεις των νέων
κανόνων γίνονται πιο
κατανοητές μέσα από
τρεις ενδεικτικές
περιπτώσεις καταναλωτών
που θα μπορούσαν να
αντιμετωπίσουν
αυστηρότερα κριτήρια
έγκρισης.
- Εργαζόμενος 38 ετών με
προηγούμενες
καθυστερήσεις:
Απασχολείται στον
ιδιωτικό τομέα και
διαθέτει καθαρό μηνιαίο
εισόδημα 1.150 ευρώ.
Ζητά καταναλωτικό δάνειο
2.000 ευρώ με διάρκεια
αποπληρωμής 36 μηνών.
Στο πιστωτικό του
ιστορικό υπάρχει
καθυστέρηση άνω των 90
ημερών σε προηγούμενη
οφειλή κατά την
τελευταία διετία, η
οποία έχει πλέον
εξοφληθεί ή
τακτοποιηθεί. Παρά την
κανονική εξυπηρέτηση των
σημερινών υποχρεώσεών
του, η παλαιότερη
καθυστέρηση ενδέχεται να
επηρεάσει αρνητικά την
αξιολόγησή του.
- Εργαζόμενος 25 ετών με
χαμηλό εισόδημα:
Εργάζεται στον κλάδο της
εστίασης, με καθαρές
μηνιαίες αποδοχές 850
ευρώ, και επιθυμεί να
δανειστεί 1.500 ευρώ για
36 μήνες, προκειμένου να
καλύψει προσωπικές
ανάγκες. Παρότι δεν έχει
ιστορικό καθυστερήσεων,
το περιορισμένο εισόδημά
του αφήνει μικρότερα
περιθώρια αντιμετώπισης
έκτακτων εξόδων. Ακόμη
και αν η μηνιαία δόση
φαίνεται διαχειρίσιμη, η
τράπεζα ενδέχεται να
κρίνει ότι ο κίνδυνος
δεν μπορεί να καλυφθεί
με τους νέους όρους
τιμολόγησης.
- Εργαζόμενη 27 ετών
χωρίς προηγούμενο
πιστωτικό ιστορικό:
Διαθέτει σταθερή σύμβαση
εργασίας και καθαρό
μηνιαίο μισθό 1.000
ευρώ. Ζητά το πρώτο της
καταναλωτικό δάνειο,
ύψους 2.500 ευρώ, με
διάρκεια 48 μηνών. Δεν
έχει χρησιμοποιήσει στο
παρελθόν δάνειο ή
πιστωτική κάρτα,
επομένως δεν υπάρχει
ιστορικό αποπληρωμών που
να επιτρέπει στην
τράπεζα να αξιολογήσει
με μεγαλύτερη βεβαιότητα
τη συμπεριφορά της. Η
απουσία αρνητικών
καταχωρίσεων δεν αναιρεί
την αβεβαιότητα που
προκαλεί η έλλειψη
πιστωτικού ιστορικού,
ενώ το πλαφόν στο ΣΕΠΕ
μπορεί να περιορίσει τις
δυνατότητες τιμολόγησης
του δανείου.
Η ισορροπία ανάμεσα στην
προστασία και την
πρόσβαση στην πίστη
Το ζητούμενο για το νέο
κανονιστικό πλαίσιο
είναι να περιορίσει τις
υπερβολικές επιβαρύνσεις
χωρίς να αποκλείσει από
την τραπεζική
χρηματοδότηση κατηγορίες
καταναλωτών που έχουν
πραγματική ανάγκη
δανεισμού.
Η τελική επίδραση θα
εξαρτηθεί από το ύψος
του πλαφόν που θα
καθοριστεί, αλλά και από
τον τρόπο με τον οποίο
οι τράπεζες θα
προσαρμόσουν τα κριτήρια
αξιολόγησης και τις
πολιτικές χορηγήσεων.
Για δανειολήπτες με
χαμηλά εισοδήματα,
περιορισμένο πιστωτικό
ιστορικό ή παλαιότερες
καθυστερήσεις, η
διαθεσιμότητα
χρηματοδότησης μπορεί να
αποδειχθεί εξίσου
σημαντική με το κόστος
της.
Επομένως, η εφαρμογή των
νέων κανόνων αναμένεται
να αναδείξει τη δύσκολη
ισορροπία ανάμεσα στην
προστασία των
καταναλωτών από ακριβό
δανεισμό και στη
διατήρηση της πρόσβασης
σε νόμιμη τραπεζική
πίστη.
|