|
Ειδικότερα, τα μη
εξυπηρετούμενα δάνεια
αντιστοιχούν στο 4,2%
των χρηματοδοτήσεων προς
τη βιομηχανία τροφίμων,
ποτών και καπνού, στο
2,4% για την παραγωγή
ηλεκτρονικών προϊόντων
και μηχανημάτων και στο
2% για τη χημική και
φαρμακευτική βιομηχανία.
Στον κλάδο των
πετρελαιοειδών, ο
δείκτης επισφαλειών
είναι μηδενικός.
Συνολικά, ο δείκτης μη
εξυπηρετούμενων δανείων
στη μεταποίηση
διαμορφώνεται στο 4,1%,
χαμηλότερα από το 6,1%
του εμπορίου. Στους
υπόλοιπους
επιχειρηματικούς
κλάδους, ο
κατασκευαστικός κλάδος
εμφανίζει ποσοστό 3,5%,
η διαχείριση ακίνητης
περιουσίας 3,3%, οι
υπηρεσίες υγείας 2,5%,
τα καταλύματα 2,2% και
οι λοιποί κλάδοι 3,3%.
Στον αντίποδα, ιδιαίτερα
χαμηλά ποσοστά μη
εξυπηρετούμενων δανείων
καταγράφονται στις
μεταφορές, εξαιρουμένης
της ναυτιλίας, και στην
αποθήκευση, με 0,7%.
Στην ενέργεια και στις
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις ο δείκτης
διαμορφώνεται στο 0,5%,
στη ναυτιλία στο 0,2%
και στη δημόσια διοίκηση
στο 0,1%.
Στα 145,8 δισ. ευρώ οι
επιχειρηματικές
χρηματοδοτήσεις
Στο τέλος του πρώτου
εξαμήνου του 2026, τα
επιχειρηματικά δάνεια
που περιλαμβάνονται στα
στοιχεία εντός
ισολογισμού των τραπεζών
ανήλθαν σε 145,8 δισ.
ευρώ, σε ατομική βάση,
έναντι 137,1 δισ. ευρώ
τον Δεκέμβριο του 2025.
Ο δείκτης μη
εξυπηρετούμενων δανείων
στο επιχειρηματικό
χαρτοφυλάκιο παρέμεινε
αμετάβλητος στο 2,2%. Η
συγκράτησή του
αποδίδεται κυρίως στην
πολύ καλύτερη εικόνα των
μεγάλων επιχειρήσεων,
όπου οι επισφάλειες
περιορίζονται στο 0,9%.
Αντίθετα, σημαντικά
υψηλότερα είναι τα
ποσοστά στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, όπου ο
δείκτης διαμορφώνεται
στο 4,6%, και στις πολύ
μικρές επιχειρήσεις,
όπου φτάνει το 11,2%. Τα
στοιχεία καταδεικνύουν
ότι η συνολικά χαμηλή
αναλογία κόκκινων
δανείων στο
επιχειρηματικό
χαρτοφυλάκιο δεν
αποτυπώνει πλήρως τις
δυσκολίες που
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν οι
μικρότερες επιχειρήσεις.
Πού κατευθύνονται οι
τραπεζικές
χρηματοδοτήσεις
Ως προς την κατανομή των
επιχειρηματικών δανείων,
το μεγαλύτερο μερίδιο
των συνολικών
χρηματοδοτήσεων
κατευθύνεται στις
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις, με ποσοστό
23,9%. Ακολουθούν η
ενέργεια με 11,5%, η
ναυτιλία με 11,3%, η
μεταποίηση με 10,6% και
το εμπόριο με 10,2%.
Η υψηλή συμμετοχή των
χρηματοπιστωτικών
επιχειρήσεων συνδέεται
σε μεγάλο βαθμό με τα
ομόλογα υψηλής
εξοφλητικής
προτεραιότητας (senior
notes)
που διακρατούν οι
τράπεζες. Πρόκειται για
τίτλους οι οποίοι
εκδόθηκαν στο πλαίσιο
των τιτλοποιήσεων μη
εξυπηρετούμενων δανείων
μέσω του προγράμματος
«Ηρακλής» και
εξακολουθούν να
βρίσκονται στα τραπεζικά
χαρτοφυλάκια.
Γεωπολιτική αβεβαιότητα
και ενεργειακό κόστος
στο επίκεντρο
Η Τράπεζα της Ελλάδος
αναγνωρίζει τον
γεωπολιτικό κίνδυνο και
τις πιθανές επιπτώσεις
του στο μακροοικονομικό
περιβάλλον και στις
διεθνείς
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες ως βασικές
πηγές αβεβαιότητας για
την πορεία της ποιότητας
των τραπεζικών
χαρτοφυλακίων.
Η άμεση έκθεση των
σημαντικών ελληνικών
τραπεζών σε
αντισυμβαλλομένους από
χώρες της Μέσης Ανατολής
παραμένει περιορισμένη,
κάτω από το 1% των
συνολικών ανοιγμάτων
τους. Ωστόσο, οι έμμεσες
επιπτώσεις των
γεωπολιτικών εξελίξεων
ενδέχεται να αποδειχθούν
πιο ουσιαστικές σε
μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί το ενδεχόμενο
σημαντικής αύξησης του
ενεργειακού κόστους,
καθώς η ενεργειακή
εξάρτηση των ευρωπαϊκών
οικονομιών,
συμπεριλαμβανομένης της
ελληνικής, μπορεί να
επιβαρύνει τη
χρηματοοικονομική θέση
τόσο των επιχειρήσεων
όσο και των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με την ΤτΕ,
μεγαλύτερη έκθεση σε
αυτούς τους κινδύνους
εμφανίζουν οι κλάδοι με
υψηλή ενεργειακή ένταση
ή αυξημένη ευαισθησία
στις γεωπολιτικές
εξελίξεις. Σε αυτούς
περιλαμβάνονται οι
μεταφορές και η
αποθήκευση, η
μεταποίηση, η ακτοπλοΐα,
η γεωργία και οι
κατασκευές.
Η προσοχή στα δάνεια του
Σταδίου 2
Η Τράπεζα της Ελλάδος
υπογραμμίζει επίσης την
ανάγκη στενής
παρακολούθησης της
ποιότητας των δανειακών
χαρτοφυλακίων, καθώς
κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2026 καταγράφηκαν
αυξημένες εισροές νέων
μη εξυπηρετούμενων
δανείων και διατηρήθηκε
υψηλό το ποσοστό των
δανείων που
ταξινομούνται στο Στάδιο
2.
Στην κατηγορία αυτή
εντάσσονται δάνεια για
τα οποία έχει σημειωθεί
σημαντική αύξηση του
πιστωτικού κινδύνου από
την αρχική χορήγησή
τους, χωρίς να έχει
καταγραφεί κατ’ ανάγκη
οριστική απομείωση. Η
συγκεκριμένη κατηγορία
περιλαμβάνει, μεταξύ
άλλων, δάνεια με
καθυστερήσεις πληρωμών,
ενώ μέρος των εξελίξεων
συνδέεται με ειδικούς
παράγοντες που
επηρεάζουν κυρίως το
στεγαστικό χαρτοφυλάκιο.
Το ζητούμενο για τις
τράπεζες είναι να
αξιολογήσουν κατά πόσο
οι συγκεκριμένες
ενδείξεις αντανακλούν
μεμονωμένες πιέσεις ή
ευρύτερη επιδείνωση της
πιστωτικής ποιότητας.
Η ΤτΕ επισημαίνει ότι η
εξέλιξη αυτή αποκτά
μεγαλύτερη σημασία σε
συνδυασμό με την
επιβράδυνση του ρυθμού
αποκατάστασης των
δανείων που δεν
εξυπηρετούνται ομαλά και
τη μείωση του δείκτη
κάλυψης των μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων από
προβλέψεις. Ως εκ
τούτου, θεωρεί
απαραίτητο τον έγκαιρο
εντοπισμό πιθανών εστιών
πιστωτικού κινδύνου και
τη διατήρηση συνετής
πολιτικής σχηματισμού
προβλέψεων.
Η συνολική εικόνα
παραμένει σχετικά
ελεγχόμενη σε επίπεδο
επιχειρηματικού
χαρτοφυλακίου, ωστόσο οι
αποκλίσεις μεταξύ
μεγάλων και μικρών
επιχειρήσεων, οι υψηλές
επισφάλειες σε
συγκεκριμένους κλάδους
και οι εξωτερικοί
κίνδυνοι διατηρούν την
ανάγκη αυξημένης
επαγρύπνησης για την
ποιότητα των τραπεζικών
χρηματοδοτήσεων.
|