|
Σε απόλυτους αριθμούς,
οι άνεργοι σύμφωνα με
την ΕΛΣΤΑΤ ανέρχονται σε
394.894 άτομα. Παράλληλα
όμως καταγράφεται μεγάλη
απόκλιση σε σχέση με τα
στοιχεία της Δημόσιας
Υπηρεσίας Απασχόλησης
(ΔΥΠΑ), η οποία
εμφανίζει σχεδόν
διπλάσιο – και σε
ορισμένες περιπτώσεις
υπερδιπλάσιο – αριθμό
ανέργων. Ενδεικτικά, τον
Δεκέμβριο του 2025 στα
μητρώα της ΔΥΠΑ ήταν
εγγεγραμμένοι 915.889
άνεργοι, έναντι 768.000
τον Οκτώβριο και 894.065
τον Νοέμβριο.
Με άλλα λόγια,
περισσότεροι από μισό
εκατομμύριο άνεργοι δεν
αποτυπώνονται στα
στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ,
γεγονός που αναδεικνύει
τη σημαντική απόκλιση
μεταξύ των δύο
συστημάτων καταγραφής.
Γιατί διαφέρουν τα
στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ
Η διαφορά αυτή οφείλεται
στο γεγονός ότι οι δύο
φορείς μετρούν
διαφορετικές κατηγορίες
του εργατικού δυναμικού.
Η ΕΛΣΤΑΤ βασίζεται σε
δειγματοληπτική έρευνα,
η οποία καταγράφει την
εργασιακή κατάσταση με
βάση τις απαντήσεις των
ερωτώμενων και όχι την
ύπαρξη ενεργής σύμβασης
εργασίας.
Αντίθετα, η ΔΥΠΑ
καταγράφει όσους έχουν
εγγραφεί στα μητρώα της
ως άνεργοι, δηλαδή άτομα
που δηλώνουν ότι
αναζητούν εργασία και
δεν έχουν ενεργή
σύμβαση. Πρόκειται
επομένως για δύο
διαφορετικά σύνολα
δεδομένων που δεν είναι
άμεσα συγκρίσιμα.
Σύμφωνα με τον
Πανελλήνιο Σύλλογο
Εργαζομένων ΟΑΕΔ
(ΠΑΝΣΥΠΟ), οι στενότεροι
ορισμοί της ανεργίας
οδηγούν στον αποκλεισμό
ομάδων όπως οι
αποθαρρημένοι άνεργοι,
όσοι εργάζονται
ελάχιστες ώρες την
εβδομάδα, οι εργαζόμενοι
σε υποαπασχόληση ή άτομα
που έχουν βρεθεί εκτός
εργατικού δυναμικού.
Επιπλέον, από το 2021
εφαρμόζεται νέα
μεθοδολογία στην Έρευνα
Εργατικού Δυναμικού,
βάσει του ευρωπαϊκού
κανονισμού 2019/1700. Οι
αλλαγές αφορούν τόσο το
ερωτηματολόγιο όσο και
τον τρόπο συλλογής
στοιχείων και τον
προσδιορισμό του ποιος
θεωρείται άνεργος,
υποαπασχολούμενος ή
εκτός εργατικού
δυναμικού.
Η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ
επισημαίνει ότι τα
στοιχεία μετά το 2021
δεν είναι πλήρως
συγκρίσιμα με εκείνα της
προηγούμενης περιόδου,
κάτι που μπορεί να
δημιουργεί την εντύπωση
βελτίωσης των δεικτών
ανεργίας όταν
εξετάζονται σε
μακροχρόνια βάση.
Οι κλάδοι με τη
μεγαλύτερη απασχόληση
Οι μισθωτοί αποτελούν τη
μεγάλη πλειονότητα των
εργαζομένων,
αντιστοιχώντας στο 72,5%
των απασχολούμενων ή
περίπου 3,15 εκατομμύρια
άτομα.
Παράλληλα, σημαντικό
παραμένει το ποσοστό των
αυτοαπασχολούμενων χωρίς
προσωπικό, που ξεπερνούν
τις 756.000. Περίπου
109.000 άτομα εργάζονται
ως βοηθοί σε
οικογενειακές
επιχειρήσεις, ενώ
330.000 είναι
αυτοαπασχολούμενοι με
προσωπικό.
Σχεδόν ένα εκατομμύριο
εργαζόμενοι – περίπου
981.800 άτομα ή το 22,6%
– απασχολούνται σε
υπηρεσίες και πωλήσεις.
Το στοιχείο αυτό
επιβεβαιώνει ότι το
εμπόριο και η
εστίαση-καταλύματα
παραμένουν οι
μεγαλύτεροι εργοδότες
της οικονομίας.
Ανά κλάδο οικονομικής
δραστηριότητας, το
λιανικό και χονδρικό
εμπόριο συγκεντρώνει τον
μεγαλύτερο αριθμό
εργαζομένων, με περίπου
786.000 άτομα.
Ακολουθούν οι
δραστηριότητες παροχής
καταλύματος και εστίασης
με 377.000 εργαζομένους.
Η μεταποίηση αποτελεί
επίσης σημαντικό
εργοδότη, με 426.500
εργαζομένους, εκ των
οποίων περίπου το 40%
δραστηριοποιείται στη
βιομηχανία τροφίμων και
ποτών.
Μεγάλη μείωση στην
αγροτική απασχόληση
Σημαντικές μεταβολές
καταγράφονται και ανά
επάγγελμα. Σε σύγκριση
με το αντίστοιχο τρίμηνο
του προηγούμενου έτους,
η μεγαλύτερη αύξηση
παρατηρείται στους
τεχνικούς και σε συναφή
επαγγέλματα, όπου η
απασχόληση αυξήθηκε κατά
18,2%.
Αντίθετα, τη μεγαλύτερη
πτώση σημειώνουν οι
ειδικευμένοι γεωργοί,
κτηνοτρόφοι, δασοκόμοι
και αλιείς, με μείωση
18,5%.
Στην πράξη, μέσα σε έναν
χρόνο περισσότεροι από
75.000 εργαζόμενοι
εγκατέλειψαν τα αγροτικά
επαγγέλματα – αριθμός
αντίστοιχος με τον
πληθυσμό μιας μεσαίας
επαρχιακής πόλης.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται
άμεσα με τη βαθιά κρίση
στον πρωτογενή τομέα και
ερμηνεύει σε μεγάλο
βαθμό τις αγροτικές
κινητοποιήσεις των
τελευταίων μηνών.
Ιδιαίτερα στον κλάδο της
κτηνοτροφίας, το 2025
υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη
χρονιά, καθώς η ευλογιά
των αιγοπροβάτων και οι
αστοχίες στη διαχείρισή
της επιτάχυναν τη μείωση
του ζωικού κεφαλαίου.
Μικρή αλλά εντυπωσιακή
άνοδος σε συγκεκριμένους
κλάδους
Σε επίπεδο ποσοστιαίας
μεταβολής, σημαντική
αύξηση καταγράφεται στον
κλάδο της διαχείρισης
ακίνητης περιουσίας,
όπου η απασχόληση
αυξήθηκε κατά 42%.
Ωστόσο, σε απόλυτους
αριθμούς ο κλάδος
παραμένει μικρός,
αντιπροσωπεύοντας μόλις
το 0,3% της συνολικής
απασχόλησης ή περίπου
14.000 εργαζόμενους.
Τι επισημαίνουν οι
οικονομολόγοι
Όπως σημειώνει στο
in
ο οικονομολόγος Βλάσσης
Μισσός, ερευνητής στο
ΚΕΠΕ και συν-συγγραφέας
της μελέτης «The
Café
Economy»,
τα πρόσφατα στοιχεία
αποτυπώνουν τόσο
συγκυριακές μεταβολές
όσο και βαθύτερες
διαρθρωτικές αλλαγές
στην αγορά εργασίας.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
αύξηση της απασχόλησης
στη διαχείριση ακινήτων,
η οποία ακολουθεί την
έντονη άνοδο της αγοράς
κατοικίας.
Όπως εξηγεί, ο κλάδος
έχει ενισχύσει σημαντικά
τον κύκλο εργασιών του
λόγω της αυξημένης
ζήτησης κατοικιών από το
εξωτερικό, που έχει
συμβάλει στην άνοδο των
τιμών. Ωστόσο, η
επίδρασή του στην
εγχώρια οικονομική
ευημερία παραμένει
περιορισμένη.
Αντίθετα, η υποχώρηση
της απασχόλησης στον
αγροτικό τομέα θεωρείται
ιδιαίτερα ανησυχητική.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η
υποχρηματοδότηση της
αγροτικής παραγωγής και
οι προοπτικές της
συμφωνίας
Mercosur
φαίνεται να έχουν
συμβάλει στις εξελίξεις
αυτές, οι οποίες θα
πρέπει να επιβεβαιωθούν
και στις επόμενες
μετρήσεις της αγοράς
εργασίας.
|