|
Οι αποδοχές σε
διευθυντικές θέσεις,
όπως CEO,
CFO
και managers,
αλλά και σε
εξειδικευμένους
επαγγελματίες όπως
γιατρούς, δικαστές και
στελέχη τεχνολογίας,
κυμαίνονται συνήθως
μεταξύ 3.000 και 5.000
ευρώ μεικτά τον μήνα. Οι
ηλικίες 35 έως 44 ετών
εμφανίζουν τις
υψηλότερες αμοιβές, με
σημαντικό ποσοστό
εργαζομένων να ξεπερνά
τα 2.700 ευρώ.
Μεταξύ των επιχειρήσεων
που προσφέρουν
υψηλότερες αποδοχές στην
Ελλάδα συγκαταλέγονται η
Παπαστράτος, η
Costa
Navarino,
η ΒΙΑΝΕΞ, η Σκλαβενίτης,
η Aegean
Airlines,
η Motor
Oil,
ο Διεθνής Αερολιμένας
Αθηνών, η
HelleniQ
Energy,
η DEMO
και η INTRALOT.
Παρά την ύπαρξη ενός
μικρού αλλά ισχυρού
πυρήνα υψηλά αμειβόμενων
εργαζομένων, η γενική
εικόνα παραμένει
πιεσμένη. Σύμφωνα με
ανάλυση του ΙΟΒΕ, οι
μέσοι μισθοί δεν έχουν
ακολουθήσει την ανοδική
πορεία του κατώτατου, με
αποτέλεσμα να παραμένουν
ουσιαστικά στάσιμοι σε
πραγματικούς όρους.
Η αναλογία κατώτατου
προς μέσο μισθό έχει
φτάσει το 63%, ένα από
τα υψηλότερα ποσοστά
στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την περίοδο 2019–2025, ο
μέσος μισθός αυξήθηκε
κατά περίπου 4,5%
ετησίως σε ονομαστικούς
όρους, αλλά παρουσίασε
οριακή μείωση σε
πραγματικούς όρους.
Αντίθετα, ο κατώτατος
μισθός ενισχύθηκε
σημαντικά, καταγράφοντας
σωρευτική αύξηση 13,4%
σε πραγματικούς όρους.
Ιδιαίτερα έντονο είναι
το πρόβλημα στις πολύ
μικρές επιχειρήσεις. Σε
επιχειρήσεις με
λιγότερους από 10
εργαζόμενους, ο μέσος
μισθός το 2025
διαμορφώθηκε μόλις στα
1.154 ευρώ, ενώ η
αναλογία κατώτατου προς
μέσο μισθό έφτασε το
79%. Αυτό σημαίνει ότι η
μεγάλη πλειονότητα των
εργαζομένων αμείβεται
κοντά στον κατώτατο, με
περιορισμένες προοπτικές
αύξησης ανεξαρτήτως
εμπειρίας ή προσόντων.
Στις μικρές
επιχειρήσεις, όπου
απασχολείται περίπου το
28% των εργαζομένων, το
38% λαμβάνει τον
κατώτατο μισθό, ενώ το
υπόλοιπο ποσοστό
κινείται οριακά
υψηλότερα. Αντίθετα, όσο
αυξάνεται το μέγεθος της
επιχείρησης, τόσο
βελτιώνονται και οι
αποδοχές.
Παρά τη βελτίωση του
διαθέσιμου εισοδήματος
τα τελευταία χρόνια, η
αγοραστική δύναμη των
ελληνικών νοικοκυριών
παραμένει χαμηλή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της Eurostat,
η Ελλάδα κατατάσσεται
στις τελευταίες θέσεις
της ΕΕ σε όρους
αγοραστικής δύναμης,
κοντά στη Βουλγαρία.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει
ένα διαρθρωτικό
πρόβλημα: παρά τους
σχετικά υψηλούς ρυθμούς
ανάπτυξης, οι
πραγματικές αποδοχές δεν
επαρκούν για να
στηρίξουν το κόστος
ζωής, διατηρώντας την
πίεση στα νοικοκυριά και
περιορίζοντας την
οικονομική ευημερία.
|