|
Η εξέλιξη αποκτά
ιδιαίτερη βαρύτητα σε
μια περίοδο κατά την
οποία η στρατιωτική
εμπλοκή στη Μέση Ανατολή
έχει σημαντικό
οικονομικό και πολιτικό
κόστος, ενώ μια
περαιτέρω κλιμάκωση με
το Ιράν θα μπορούσε να
προκαλέσει ευρύτερες
αναταράξεις στην
παγκόσμια οικονομία,
στις ενεργειακές αγορές
και στο διεθνές εμπόριο.
Το βασικό ερώτημα,
επομένως, δεν είναι εάν
οι Δημοκρατικοί μπορούν
να αφαιρέσουν άμεσα από
τον Τραμπ τη δυνατότητα
να διεξάγει έναν πόλεμο.
Είναι εάν μπορούν να
δημιουργήσουν ένα τόσο
ισχυρό θεσμικό, πολιτικό
και χρηματοδοτικό
πλαίσιο πίεσης, ώστε η
συνέχιση ή η επέκταση
της στρατιωτικής
σύγκρουσης να γίνει πολύ
δυσκολότερη για τον
Λευκό Οίκο.
Η
απώλεια του Κογκρέσου
αλλάζει τις ισορροπίες
εξουσίας
Η ανάκτηση και των δύο
σωμάτων του Κογκρέσου
από τους Δημοκρατικούς
αποτελεί μία από τις
σημαντικότερες πολιτικές
ανατροπές της προεδρίας
Τραμπ. Για πρώτη φορά
στη δεύτερη θητεία του,
ο Αμερικανός πρόεδρος θα
πρέπει να λειτουργήσει
με ένα Κογκρέσο που δεν
θα ελέγχεται από το
κόμμα του.
Η νέα πλειοψηφία αποκτά
τον έλεγχο των
κοινοβουλευτικών
επιτροπών, της
νομοθετικής ατζέντας και
των διαδικασιών
κοινοβουλευτικού ελέγχου
της εκτελεστικής
εξουσίας.
Αυτό σημαίνει ότι οι
Δημοκρατικοί θα μπορούν
να ζητούν αναλυτική
ενημέρωση για τις
στρατιωτικές
επιχειρήσεις, να καλούν
κυβερνητικούς
αξιωματούχους και
στρατιωτικούς σε
ακροάσεις, να διερευνούν
τις αποφάσεις του Λευκού
Οίκου και να ασκούν
πίεση για μεγαλύτερη
διαφάνεια σχετικά με
τους στόχους και το
κόστος της αμερικανικής
εμπλοκής.
Η πολιτική διάσταση
είναι εξίσου σημαντική.
Ο Τραμπ δεν θα μπορεί
πλέον να υπολογίζει στην
αυτονόητη
κοινοβουλευτική
υποστήριξη των
Ρεπουμπλικάνων για την
προώθηση της στρατηγικής
του στη Μέση Ανατολή.
Αντίθετα, κάθε σημαντική
απόφαση για τη συνέχιση
ή την επέκταση των
στρατιωτικών
επιχειρήσεων θα
βρίσκεται πλέον υπό
αυστηρότερο πολιτικό
έλεγχο.
Το
ισχυρότερο όπλο των
Δημοκρατικών είναι η
χρηματοδότηση
Το σημαντικότερο
εργαλείο που διαθέτει το
Κογκρέσο για να
επηρεάσει τη στρατιωτική
πολιτική του προέδρου
είναι ο έλεγχος των
δημόσιων δαπανών.
Σύμφωνα με το
αμερικανικό Σύνταγμα, το
Κογκρέσο έχει την
αρμοδιότητα να εγκρίνει
τις κρατικές δαπάνες και
να διαθέτει τα
απαραίτητα κονδύλια για
τη λειτουργία της
ομοσπονδιακής κυβέρνησης
και των ενόπλων
δυνάμεων.
Αυτό δίνει στους
Δημοκρατικούς τη
δυνατότητα να
επιχειρήσουν να
περιορίσουν τη
χρηματοδότηση
συγκεκριμένων
στρατιωτικών
επιχειρήσεων, να
αρνηθούν πρόσθετα
κονδύλια για μια νέα
κλιμάκωση ή να συνδέσουν
την έγκριση στρατιωτικών
δαπανών με
συγκεκριμένους
περιορισμούς και όρους.
Για παράδειγμα, εάν ο
Λευκός Οίκος επιδιώξει
να επεκτείνει τις
επιχειρήσεις εναντίον
του Ιράν, η νέα
κοινοβουλευτική
πλειοψηφία θα μπορούσε
να απαιτήσει προηγούμενη
ενημέρωση, σαφέστερο
προσδιορισμό των
στρατιωτικών στόχων και
συγκεκριμένο
χρονοδιάγραμμα για την
ολοκλήρωση της εμπλοκής.
Βεβαίως, ο Τραμπ
διατηρεί το δικαίωμα
άσκησης προεδρικού βέτο
σε νομοθετικές
πρωτοβουλίες. Για να
ανατραπεί ένα τέτοιο
βέτο απαιτείται
πλειοψηφία δύο τρίτων
και στα δύο σώματα, κάτι
που δεν εξασφαλίζεται
απλώς από την κατάκτηση
της κοινοβουλευτικής
πλειοψηφίας.
Επομένως, οι
Δημοκρατικοί δεν
αποκτούν τη δυνατότητα
να σταματήσουν αυτομάτως
τον πόλεμο. Αποκτούν,
όμως, τη δυνατότητα να
καταστήσουν τη συνέχισή
του πολιτικά και
οικονομικά δυσκολότερη.
Ο
νόμος του 1973 που
μπορεί να περιορίσει τον
πρόεδρο
Ένα ακόμη σημαντικό
θεσμικό εργαλείο είναι ο
War
Powers
Resolution
του 1973, ο νόμος που
θεσπίστηκε μετά τον
πόλεμο του Βιετνάμ, με
στόχο να περιορίσει τη
δυνατότητα του
Αμερικανού προέδρου να
εμπλέκει τη χώρα σε
παρατεταμένες
στρατιωτικές
επιχειρήσεις χωρίς την
έγκριση του Κογκρέσου.
Η συγκεκριμένη νομοθεσία
προβλέπει ότι ο πρόεδρος
οφείλει να ενημερώνει το
Κογκρέσο εντός 48 ωρών
από την εισαγωγή
αμερικανικών δυνάμεων σε
εχθροπραξίες ή σε
κατάσταση όπου
επίκεινται εχθροπραξίες.
Επιπλέον, προβλέπει ότι,
εφόσον δεν υπάρχει
κήρυξη πολέμου ή ειδική
νομοθετική
εξουσιοδότηση, οι
στρατιωτικές
επιχειρήσεις πρέπει
κανονικά να τερματιστούν
εντός 60 ημερών, με
δυνατότητα πρόσθετης
παράτασης έως 30 ημέρες
υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις.
Οι Δημοκρατικοί θα
μπορούσαν να
αξιοποιήσουν αυτό το
πλαίσιο για να
αμφισβητήσουν τη
νομιμότητα μιας
παρατεταμένης
στρατιωτικής εμπλοκής
και να απαιτήσουν την
αποχώρηση των
αμερικανικών δυνάμεων
εφόσον δεν υπάρχει η
απαραίτητη
κοινοβουλευτική
εξουσιοδότηση.
Ωστόσο, η εφαρμογή του
νόμου δεν είναι αυτόματη
ούτε απαλλαγμένη από
νομικές διαφωνίες.
Διαχρονικά, οι
Αμερικανοί πρόεδροι
έχουν υποστηρίξει
ευρύτερες εξουσίες ως
αρχηγοί των ενόπλων
δυνάμεων, ενώ το
Κογκρέσο έχει
επιχειρήσει
επανειλημμένα να
ενισχύσει τον έλεγχό
του.
Το συγκεκριμένο θεσμικό
πλαίσιο, πάντως, αποκτά
πλέον μεγαλύτερη
σημασία, καθώς η νέα
κοινοβουλευτική
πλειοψηφία έχει σαφώς
διαφορετικές πολιτικές
προτεραιότητες από τον
Λευκό Οίκο.
Το
μεγάλο παράθυρο μέχρι
τον Ιανουάριο του 2027
Υπάρχει, ωστόσο, ένας
κρίσιμος χρονικός
παράγοντας που δεν
πρέπει να υποτιμηθεί.
Παρά το εκλογικό
αποτέλεσμα, η νέα
σύνθεση του Κογκρέσου
δεν αναλαμβάνει αμέσως
τα καθήκοντά της. Η νέα
κοινοβουλευτική περίοδος
ξεκινά στις 3 Ιανουαρίου
2027.
Μέχρι τότε, οι
Ρεπουμπλικάνοι
εξακολουθούν να
διατηρούν τον έλεγχο των
δύο σωμάτων, γεγονός που
δημιουργεί ένα
μεταβατικό διάστημα
περίπου δύο μηνών.
Αυτό σημαίνει ότι ο
Τραμπ διατηρεί προσωρινά
ένα ευνοϊκότερο
κοινοβουλευτικό
περιβάλλον για την
προώθηση των πολιτικών
του επιλογών. Εάν
επιδιώξει να λάβει
σημαντικές στρατιωτικές
αποφάσεις ή να
προχωρήσει σε νέα
κλιμάκωση πριν από την
ανάληψη των καθηκόντων
της νέας πλειοψηφίας, το
υφιστάμενο Κογκρέσο θα
έχει καθοριστικό ρόλο.
Από την άλλη πλευρά, το
εκλογικό αποτέλεσμα έχει
ήδη πολιτική επίδραση. Ο
Λευκός Οίκος γνωρίζει
πλέον ότι η συνέχιση
μιας ιδιαίτερα δαπανηρής
στρατιωτικής σύγκρουσης
θα βρεθεί αντιμέτωπη με
ένα διαφορετικό πολιτικό
περιβάλλον σε λίγες
εβδομάδες.
Η
πολιτική πίεση στο
εσωτερικό των ΗΠΑ
Η εκλογική ήττα των
Ρεπουμπλικάνων έχει και
μια δεύτερη διάσταση: το
μήνυμα που στέλνει η
αμερικανική κοινωνία
προς την κυβέρνηση.
Η ακρίβεια, το κόστος
ζωής, οι οικονομικές
ανησυχίες και η
εξωτερική πολιτική
αποτελούν παράγοντες που
επηρεάζουν την πολιτική
συμπεριφορά των
ψηφοφόρων. Η στρατιωτική
εμπλοκή στη Μέση Ανατολή
προσθέτει ένα ακόμη
σημαντικό βάρος, καθώς
κάθε παρατεταμένη
σύγκρουση συνεπάγεται
υψηλές δαπάνες,
κινδύνους για
Αμερικανούς
στρατιωτικούς και
αβεβαιότητα για την
οικονομία.
Οι Δημοκρατικοί μπορούν
πλέον να αξιοποιήσουν
την κοινοβουλευτική τους
πλειοψηφία για να
μεταφέρουν αυτή την
πολιτική πίεση στο
εσωτερικό της
κυβέρνησης.
Παράλληλα, δεν πρέπει να
θεωρείται δεδομένο ότι
όλοι οι Δημοκρατικοί
έχουν την ίδια
προσέγγιση απέναντι στο
Ιράν ή στην αμερικανική
στρατιωτική παρουσία στη
Μέση Ανατολή. Υπάρχουν
διαφορετικές απόψεις
ακόμη και στο εσωτερικό
του κόμματος, ενώ
ζητήματα όπως η ασφάλεια
του Ισραήλ, η προστασία
των αμερικανικών
στρατιωτικών
εγκαταστάσεων και η
αποτροπή μιας ιρανικής
πυρηνικής απειλής
εξακολουθούν να
αποτελούν σημαντικές
παραμέτρους της
αμερικανικής πολιτικής.
Επομένως, η νέα
πλειοψηφία δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι θα
επιδιώξει άμεση και άνευ
όρων αποχώρηση των ΗΠΑ
από τη Μέση Ανατολή.
Πιθανότερο πεδίο
πολιτικής αντιπαράθεσης
είναι οι όροι, η
διάρκεια και η έκταση
της αμερικανικής
στρατιωτικής εμπλοκής.
Το
Ιράν, τα Στενά του
Ορμούζ και ο κίνδυνος
για την παγκόσμια
οικονομία
Η πιθανότητα
αποκλιμάκωσης της
σύγκρουσης έχει
ιδιαίτερη σημασία όχι
μόνο για τη γεωπολιτική
ισορροπία, αλλά και για
τις διεθνείς αγορές.
Το Ιράν βρίσκεται σε μια
από τις σημαντικότερες
ενεργειακές περιοχές του
πλανήτη, ενώ τα Στενά
του Ορμούζ αποτελούν
κρίσιμο πέρασμα για το
παγκόσμιο εμπόριο
πετρελαίου και φυσικού
αερίου.
Μια παρατεταμένη
σύγκρουση ή μια
περαιτέρω στρατιωτική
κλιμάκωση θα μπορούσε να
προκαλέσει σοβαρές
διαταραχές στην
ενεργειακή τροφοδοσία,
να αυξήσει το κόστος
μεταφοράς και ασφάλισης
των πλοίων και να
ενισχύσει τις
πληθωριστικές πιέσεις
διεθνώς.
Αντίθετα, μια αξιόπιστη
προοπτική αποκλιμάκωσης
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε σταδιακή υποχώρηση
του γεωπολιτικού
premium
κινδύνου που
ενσωματώνεται στις τιμές
της ενέργειας.
Οι επιπτώσεις θα
μπορούσαν να είναι
σημαντικές:
Πετρέλαιο:
Η αποκλιμάκωση θα
περιόριζε τον κίνδυνο
διαταραχών στην προσφορά
και θα μπορούσε να
οδηγήσει σε υποχώρηση
του γεωπολιτικού
premium.
Φυσικό αέριο:
Θα μειωνόταν ο κίνδυνος
νέων αναταράξεων στις
ενεργειακές αγορές,
ιδιαίτερα εάν
αποκατασταθεί η ομαλή
ναυσιπλοΐα.
Ναυτιλία:
Η υποχώρηση του
πολεμικού κινδύνου θα
μπορούσε να περιορίσει
τα ασφάλιστρα και την
αβεβαιότητα στις
θαλάσσιες μεταφορές.
Χρηματιστήρια:
Η μείωση της
γεωπολιτικής
αβεβαιότητας θα μπορούσε
να ενισχύσει τη διάθεση
για ανάληψη επενδυτικού
κινδύνου.
Ομόλογα και πληθωρισμός:
Η αποκλιμάκωση των
ενεργειακών τιμών θα
μπορούσε να περιορίσει
τις πληθωριστικές
πιέσεις και να επηρεάσει
τις προσδοκίες για τη
νομισματική πολιτική.
Για την Ευρώπη, η
συγκεκριμένη εξέλιξη
έχει ακόμη μεγαλύτερη
σημασία, καθώς μια νέα
ενεργειακή κρίση θα
μπορούσε να επιβαρύνει
την ανταγωνιστικότητα
της οικονομίας, τις
επιχειρήσεις και τα
νοικοκυριά.
Βεβαίως, η αποκλιμάκωση
δεν εξαρτάται
αποκλειστικά από την
Ουάσιγκτον. Η στάση της
Τεχεράνης, οι ισορροπίες
με το Ισραήλ και οι
περιφερειακές δυνάμεις
θα καθορίσουν επίσης εάν
μπορεί να υπάρξει
βιώσιμη διπλωματική
διέξοδος.
Μπορεί η εκλογική ήττα
να οδηγήσει στο τέλος
του πολέμου;
Το αποτέλεσμα των
ενδιάμεσων εκλογών
αλλάζει αναμφισβήτητα το
πολιτικό περιβάλλον μέσα
στο οποίο θα κινηθεί ο
Ντόναλντ Τραμπ. Η
απώλεια και των δύο
σωμάτων του Κογκρέσου
περιορίζει τη δυνατότητα
του Λευκού Οίκου να
προωθεί ανεμπόδιστα τη
στρατηγική του και
δημιουργεί νέα θεσμικά
εμπόδια για μια
παρατεταμένη στρατιωτική
εμπλοκή.
Ωστόσο, θα ήταν
υπερβολικό να θεωρήσουμε
ότι η επικράτηση των
Δημοκρατικών ισοδυναμεί
με αυτόματο τερματισμό
του πολέμου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος
εξακολουθεί να διαθέτει
σημαντικές εξουσίες στον
τομέα της εθνικής
ασφάλειας και μπορεί να
διατάξει στρατιωτικές
επιχειρήσεις χωρίς
προηγούμενη έγκριση του
Κογκρέσου, τουλάχιστον
για περιορισμένο χρονικό
διάστημα και υπό τις
συνταγματικές και
νομοθετικές προϋποθέσεις
που ισχύουν.
Επιπλέον, η αντιπαράθεση
με το Ιράν δεν αποτελεί
αποκλειστικά αμερικανικό
ζήτημα. Εμπλέκονται
περιφερειακές δυνάμεις,
στρατηγικά συμφέροντα
και ζητήματα ασφάλειας
που δεν μπορούν να
επιλυθούν μόνο μέσω της
αλλαγής των
κοινοβουλευτικών
συσχετισμών στην
Ουάσιγκτον.
Το ουσιαστικό νέο
δεδομένο είναι ότι ο
Τραμπ θα πρέπει πλέον να
συνυπολογίζει πολύ
περισσότερο το πολιτικό
και θεσμικό κόστος των
στρατιωτικών του
επιλογών. Μια νέα
κλιμάκωση μπορεί να
προκαλέσει αντιδράσεις
όχι μόνο στο εσωτερικό
της αμερικανικής
κοινωνίας, αλλά και στο
Κογκρέσο, το οποίο θα
έχει πλέον τη δυνατότητα
να ασκήσει πολύ πιο
αποτελεσματικό έλεγχο.
Για τις διεθνείς αγορές,
το αποτέλεσμα των
εκλογών δημιουργεί μια
νέα παράμετρο στις
γεωπολιτικές εξελίξεις:
την πιθανότητα η
εσωτερική πολιτική πίεση
στις ΗΠΑ να λειτουργήσει
ως καταλύτης για την
αναζήτηση διπλωματικής
λύσης στη Μέση Ανατολή.
Δεν είναι βέβαιο ότι οι
Δημοκρατικοί θα
καταφέρουν να
σταματήσουν τον πόλεμο.
Είναι όμως σαφές ότι η
συνέχισή του δεν θα
αποτελεί πλέον μια
απόφαση που ο Λευκός
Οίκος θα μπορεί να
διαχειρίζεται χωρίς
ισχυρότερες πολιτικές
και κοινοβουλευτικές
αντιδράσεις.
Και ίσως αυτή να είναι η
σημαντικότερη συνέπεια
της εκλογικής ανατροπής:
ο Ντόναλντ Τραμπ
διατηρεί την προεδρία
και τον έλεγχο των
ενόπλων δυνάμεων, αλλά
χάνει ένα από τα
σημαντικότερα πολιτικά
στηρίγματα που θα
μπορούσαν να
διευκολύνουν τη συνέχιση
της στρατηγικής του στη
Μέση Ανατολή.
Ανάλυση του GFF
|