|
Περισσότερες διαφορές
μεταξύ των μετοχών, αλλά
όχι καλύτερες επιδόσεις
Το παράδοξο είναι ότι οι
συνθήκες στην αγορά
φαίνεται θεωρητικά να
ευνοούν τους ενεργούς
διαχειριστές.
Οι μεγαλύτερες
διακυμάνσεις στις
αποδόσεις μεταξύ
διαφορετικών μετοχών του
ίδιου δείκτη έχουν
αυξηθεί στα υψηλότερα
επίπεδα εδώ και
δεκαετίες. Αυτό σημαίνει
ότι ένας διαχειριστής
που μπορεί να εντοπίσει
εγκαίρως τους νικητές
και να αποφύγει τους
χαμένους έχει θεωρητικά
μεγαλύτερο περιθώριο να
δημιουργήσει
υπεραπόδοση.
Παράλληλα, τα υψηλότερα
επιτόκια έχουν
δημιουργήσει ένα πιο
σύνθετο επενδυτικό
περιβάλλον, ενώ η
τεχνητή νοημοσύνη έχει
προκαλέσει τεράστιες
διαφοροποιήσεις μεταξύ
εταιρειών και κλάδων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
ενεργοί διαχειριστές δεν
καταφέρνουν να
μετατρέψουν αυτή τη
διαφοροποίηση σε
υπεραπόδοση.
Η συγκέντρωση της αγοράς
δυσκολεύει τους ενεργούς
διαχειριστές
Ένας από τους βασικούς
λόγους βρίσκεται στη
δομή των αμερικανικών
χρηματιστηριακών
δεικτών.
Ο S&P
500 και ο Nasdaq
100 εξακολουθούν να
καθοδηγούνται σε μεγάλο
βαθμό από έναν σχετικά
μικρό αριθμό
τεχνολογικών κολοσσών.
Οι 10
μεγαλύτερες εταιρείες
του
S&P
500 αντιπροσωπεύουν
πλέον περισσότερο από το
40% του δείκτη,
ποσοστό που βρίσκεται
στο υψηλότερο επίπεδο
από τη δεκαετία του
1960.
Αυτό δημιουργεί ένα
ιδιαίτερο πρόβλημα για
τους ενεργούς
διαχειριστές.
Ένας διαχειριστής που
επιλέγει να μην
τοποθετήσει μεγάλο μέρος
του χαρτοφυλακίου του
στις μεγαλύτερες
τεχνολογικές εταιρείες
μπορεί να θεωρεί ότι
περιορίζει τον κίνδυνο
συγκέντρωσης. Όταν όμως
αυτές οι μετοχές
συνεχίζουν να ανεβαίνουν
και να οδηγούν τον
δείκτη σε νέα ιστορικά
υψηλά, η προσεκτικότερη
κατανομή κεφαλαίων
μετατρέπεται σε
tracking
error
και τελικά σε
υποαπόδοση.
Με απλά λόγια, ο ενεργός
διαχειριστής μπορεί να
έχει ένα πιο
διαφοροποιημένο και
θεωρητικά πιο
ισορροπημένο
χαρτοφυλάκιο, αλλά να
χάνει από έναν δείκτη
επειδή δεν κατέχει
αρκετά από τα μεγαλύτερα
και καλύτερα αποδιδόμενα
stocks.
Το πλεονέκτημα του
χαμηλού κόστους
Η μακροχρόνια αδυναμία
των ενεργών funds
να ξεπεράσουν τους
δείκτες ενισχύει τη
μετάβαση των επενδυτών
προς τα ETFs.
Το πλεονέκτημα δεν αφορά
μόνο τις επιδόσεις. Τα
παθητικά προϊόντα έχουν
συνήθως πολύ
χαμηλότερα κόστη,
ενώ τα ETFs
προσφέρουν επιπλέον
φορολογικά και
λειτουργικά
πλεονεκτήματα σε σχέση
με πολλά παραδοσιακά
αμοιβαία κεφάλαια.
Η μετατόπιση κεφαλαίων
είναι πλέον τεράστια.
Τα παθητικά αμερικανικά
funds
έφθασαν να έχουν για
πρώτη φορά αντίστοιχα
συνολικά υπό διαχείριση
κεφάλαια με τα ενεργά το
2020. Σήμερα, σύμφωνα με
το Investment
Company
Institute,
διαθέτουν σχεδόν
διπλάσια κεφάλαια.
Μάλιστα, τα χαμηλού
κόστους παθητικά
ETFs
βρίσκονται σε τροχιά να
προσελκύσουν φέτος
καθαρές εισροές
περίπου 1 τρισ. δολαρίων,
επίπεδο-ρεκόρ.
Δεν σημαίνει ότι η
ενεργητική διαχείριση
έχει «πεθάνει»
Η εικόνα δεν είναι όμως
ίδια σε όλες τις
κατηγορίες επενδύσεων.
Οι ενεργοί διαχειριστές
εμφανίζουν πολύ
καλύτερες επιδόσεις στην
αγορά ομολόγων. Περίπου
66% των
intermediate
core
bond
funds
ξεπέρασαν τα αντίστοιχα
benchmarks
στο τελευταίο 12μηνο,
ενώ η πλειοψηφία τους το
έχει καταφέρει για τρία
συνεχόμενα χρόνια.
Αυτό δείχνει ότι η
ενεργητική διαχείριση
μπορεί να έχει
μεγαλύτερη αξία σε
αγορές όπου η
διαφοροποίηση, η επιλογή
τίτλων και η διαχείριση
διάρκειας ή πιστωτικού
κινδύνου μπορούν να
δημιουργήσουν ουσιαστική
υπεραπόδοση.
Η State
Street
Global
Advisors
υποστηρίζει επομένως μια
πιο επιλεκτική
προσέγγιση: οι επενδυτές
μπορούν να χρησιμοποιούν
φθηνά
ETFs
για την ευρεία έκθεση
στις μετοχές,
κατευθύνοντας παράλληλα
το κεφάλαιο που
προορίζεται για ενεργή
διαχείριση σε αγορές
όπου οι πιθανότητες
υπεραπόδοσης είναι
υψηλότερες, όπως τα
ομόλογα.
Το μεγάλο μάθημα για
τους επενδυτές
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί
μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
στη βιομηχανία
διαχείρισης κεφαλαίων.
Για δεκαετίες, το βασικό
επιχείρημα υπέρ των
ενεργών funds
ήταν ότι ένας ικανός
διαχειριστής μπορεί να
εντοπίσει τις καλύτερες
εταιρείες, να αποφύγει
τις χειρότερες και να
προσφέρει υψηλότερη
απόδοση από την αγορά.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι
αυτό είναι εξαιρετικά
δύσκολο να επιτευχθεί
σταθερά και μετά
τα κόστη,
τουλάχιστον στην
αμερικανική αγορά
large
caps.
Και εδώ βρίσκεται η
ειρωνεία της σημερινής
αγοράς: όσο περισσότερο
η άνοδος του S&P
500 συγκεντρώνεται σε
λίγες τεράστιες
εταιρείες τεχνολογίας
και AI,
τόσο περισσότερο ένας
ενεργός διαχειριστής
πρέπει να αποφασίσει εάν
θα ακολουθήσει τη
συγκέντρωση του δείκτη ή
θα διαφοροποιηθεί από
αυτήν.
Αν ακολουθήσει τον
δείκτη, ουσιαστικά
περιορίζει το
πλεονέκτημα της
ενεργητικής διαχείρισης.
Αν δεν τον ακολουθήσει
και οι mega
caps
συνεχίσουν να
υπεραποδίδουν,
κινδυνεύει να μείνει
πίσω.
Γι' αυτό και η παθητική
διαχείριση κερδίζει
συνεχώς έδαφος.
Δεν χρειάζεται να
προβλέψει ποια θα είναι
η επόμενη
Nvidia,
ούτε ποιος διαχειριστής
θα κάνει καλύτερο
stock
picking.
Αρκεί να κατέχει
ολόκληρη την αγορά, με
πολύ χαμηλό κόστος.
Και όσο πιο δύσκολο
αποδεικνύεται για τους
επαγγελματίες
διαχειριστές να
ξεπεράσουν τον δείκτη,
τόσο ισχυρότερο γίνεται
αυτό το επιχείρημα.
|