| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Κυριακή, 16/08/2026

 

Η μάχη μεταξύ ενεργητικής και παθητικής διαχείρισης συνεχίζεται με ξεκάθαρο νικητή την τελευταία δεκαετία: τα χαμηλού κόστους παθητικά funds.

Μόλις το 13% των ενεργά διαχειριζόμενων funds που επενδύουν σε αμερικανικές μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης κατάφερε να ξεπεράσει τις αντίστοιχες παθητικές επενδύσεις στη δεκαετία έως τον Ιούνιο, σύμφωνα με στοιχεία της Morningstar που επικαλείται η Wall Street Journal. Η σύγκριση αφορά αποδόσεις μετά την αφαίρεση των προμηθειών.

Η εικόνα βελτιώθηκε κάπως στο τελευταίο 12μηνο, όμως και πάλι μόνο 27% των ενεργών large-cap funds κατάφερε να ξεπεράσει τις παθητικές εναλλακτικές του.

Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η ενεργητική διαχείριση υποτίθεται ότι θα έπρεπε να διαθέτει σήμερα περισσότερες ευκαιρίες για stock picking.

 

Περισσότερες διαφορές μεταξύ των μετοχών, αλλά όχι καλύτερες επιδόσεις

Το παράδοξο είναι ότι οι συνθήκες στην αγορά φαίνεται θεωρητικά να ευνοούν τους ενεργούς διαχειριστές.

Οι μεγαλύτερες διακυμάνσεις στις αποδόσεις μεταξύ διαφορετικών μετοχών του ίδιου δείκτη έχουν αυξηθεί στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι ένας διαχειριστής που μπορεί να εντοπίσει εγκαίρως τους νικητές και να αποφύγει τους χαμένους έχει θεωρητικά μεγαλύτερο περιθώριο να δημιουργήσει υπεραπόδοση.

Παράλληλα, τα υψηλότερα επιτόκια έχουν δημιουργήσει ένα πιο σύνθετο επενδυτικό περιβάλλον, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη έχει προκαλέσει τεράστιες διαφοροποιήσεις μεταξύ εταιρειών και κλάδων.

Κι όμως, οι περισσότεροι ενεργοί διαχειριστές δεν καταφέρνουν να μετατρέψουν αυτή τη διαφοροποίηση σε υπεραπόδοση.

Η συγκέντρωση της αγοράς δυσκολεύει τους ενεργούς διαχειριστές

Ένας από τους βασικούς λόγους βρίσκεται στη δομή των αμερικανικών χρηματιστηριακών δεικτών.

Ο S&P 500 και ο Nasdaq 100 εξακολουθούν να καθοδηγούνται σε μεγάλο βαθμό από έναν σχετικά μικρό αριθμό τεχνολογικών κολοσσών.

Οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες του S&P 500 αντιπροσωπεύουν πλέον περισσότερο από το 40% του δείκτη, ποσοστό που βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1960.

Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πρόβλημα για τους ενεργούς διαχειριστές.

Ένας διαχειριστής που επιλέγει να μην τοποθετήσει μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου του στις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες μπορεί να θεωρεί ότι περιορίζει τον κίνδυνο συγκέντρωσης. Όταν όμως αυτές οι μετοχές συνεχίζουν να ανεβαίνουν και να οδηγούν τον δείκτη σε νέα ιστορικά υψηλά, η προσεκτικότερη κατανομή κεφαλαίων μετατρέπεται σε tracking error και τελικά σε υποαπόδοση.

Με απλά λόγια, ο ενεργός διαχειριστής μπορεί να έχει ένα πιο διαφοροποιημένο και θεωρητικά πιο ισορροπημένο χαρτοφυλάκιο, αλλά να χάνει από έναν δείκτη επειδή δεν κατέχει αρκετά από τα μεγαλύτερα και καλύτερα αποδιδόμενα stocks.

Το πλεονέκτημα του χαμηλού κόστους

Η μακροχρόνια αδυναμία των ενεργών funds να ξεπεράσουν τους δείκτες ενισχύει τη μετάβαση των επενδυτών προς τα ETFs.

Το πλεονέκτημα δεν αφορά μόνο τις επιδόσεις. Τα παθητικά προϊόντα έχουν συνήθως πολύ χαμηλότερα κόστη, ενώ τα ETFs προσφέρουν επιπλέον φορολογικά και λειτουργικά πλεονεκτήματα σε σχέση με πολλά παραδοσιακά αμοιβαία κεφάλαια.

Η μετατόπιση κεφαλαίων είναι πλέον τεράστια.

Τα παθητικά αμερικανικά funds έφθασαν να έχουν για πρώτη φορά αντίστοιχα συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια με τα ενεργά το 2020. Σήμερα, σύμφωνα με το Investment Company Institute, διαθέτουν σχεδόν διπλάσια κεφάλαια.

Μάλιστα, τα χαμηλού κόστους παθητικά ETFs βρίσκονται σε τροχιά να προσελκύσουν φέτος καθαρές εισροές περίπου 1 τρισ. δολαρίων, επίπεδο-ρεκόρ.

Δεν σημαίνει ότι η ενεργητική διαχείριση έχει «πεθάνει»

Η εικόνα δεν είναι όμως ίδια σε όλες τις κατηγορίες επενδύσεων.

Οι ενεργοί διαχειριστές εμφανίζουν πολύ καλύτερες επιδόσεις στην αγορά ομολόγων. Περίπου 66% των intermediate core bond funds ξεπέρασαν τα αντίστοιχα benchmarks στο τελευταίο 12μηνο, ενώ η πλειοψηφία τους το έχει καταφέρει για τρία συνεχόμενα χρόνια.

Αυτό δείχνει ότι η ενεργητική διαχείριση μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία σε αγορές όπου η διαφοροποίηση, η επιλογή τίτλων και η διαχείριση διάρκειας ή πιστωτικού κινδύνου μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστική υπεραπόδοση.

Η State Street Global Advisors υποστηρίζει επομένως μια πιο επιλεκτική προσέγγιση: οι επενδυτές μπορούν να χρησιμοποιούν φθηνά ETFs για την ευρεία έκθεση στις μετοχές, κατευθύνοντας παράλληλα το κεφάλαιο που προορίζεται για ενεργή διαχείριση σε αγορές όπου οι πιθανότητες υπεραπόδοσης είναι υψηλότερες, όπως τα ομόλογα.

Το μεγάλο μάθημα για τους επενδυτές

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη βιομηχανία διαχείρισης κεφαλαίων.

Για δεκαετίες, το βασικό επιχείρημα υπέρ των ενεργών funds ήταν ότι ένας ικανός διαχειριστής μπορεί να εντοπίσει τις καλύτερες εταιρείες, να αποφύγει τις χειρότερες και να προσφέρει υψηλότερη απόδοση από την αγορά.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί σταθερά και μετά τα κόστη, τουλάχιστον στην αμερικανική αγορά large caps.

Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία της σημερινής αγοράς: όσο περισσότερο η άνοδος του S&P 500 συγκεντρώνεται σε λίγες τεράστιες εταιρείες τεχνολογίας και AI, τόσο περισσότερο ένας ενεργός διαχειριστής πρέπει να αποφασίσει εάν θα ακολουθήσει τη συγκέντρωση του δείκτη ή θα διαφοροποιηθεί από αυτήν.

Αν ακολουθήσει τον δείκτη, ουσιαστικά περιορίζει το πλεονέκτημα της ενεργητικής διαχείρισης. Αν δεν τον ακολουθήσει και οι mega caps συνεχίσουν να υπεραποδίδουν, κινδυνεύει να μείνει πίσω.

Γι' αυτό και η παθητική διαχείριση κερδίζει συνεχώς έδαφος. Δεν χρειάζεται να προβλέψει ποια θα είναι η επόμενη Nvidia, ούτε ποιος διαχειριστής θα κάνει καλύτερο stock picking. Αρκεί να κατέχει ολόκληρη την αγορά, με πολύ χαμηλό κόστος.

Και όσο πιο δύσκολο αποδεικνύεται για τους επαγγελματίες διαχειριστές να ξεπεράσουν τον δείκτη, τόσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το επιχείρημα.

 

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum