|
Κεντρικό στοιχείο της
ανάλυσης αποτελεί η
επανατοποθέτηση των
επιστροφών κεφαλαίου:
δεν αντιμετωπίζονται
πλέον ως απλή
μερισματική απόδοση,
αλλά ως μηχανισμός
ενίσχυσης της
κεφαλαιακής
αποδοτικότητας. Μέσω
αυτών μειώνεται το
πλεονάζον κεφάλαιο,
ενισχύεται το
RoTE
και επιταχύνεται η
αποκλιμάκωση της
αναβαλλόμενης
φορολογικής απαίτησης
στους ισολογισμούς των
τραπεζών.
Διαφοροποίηση
επενδυτικών ιστοριών
στον κλάδο
Η WOOD
διαχωρίζει σαφώς τις
επενδυτικές περιπτώσεις
μεταξύ των τραπεζών:
Η Εθνική Τράπεζα
αναδεικνύεται ως η πιο
«καθαρή» επιλογή
ποιότητας και ορατότητας
διανομών, με ισχυρό
κεφαλαιακό πλεόνασμα,
σταθερή καταθετική βάση
και προοπτική ενίσχυσης
των προμηθειών μέσω της
συνεργασίας με την
Allianz.
Ο οίκος βλέπει περιθώριο
ανόδου περίπου 22% και
συνολική απόδοση κοντά
στο 28%.
Η Eurobank
χαρακτηρίζεται ως η πιο
ισορροπημένη ποιοτική
περίπτωση, με υψηλή
κερδοφορία, χαμηλότερη
επιβάρυνση από
αναβαλλόμενη φορολογία
σε σχέση με τον κλάδο
και ενισχυμένη
γεωγραφική παρουσία σε
Ελλάδα, Κύπρο και
Βουλγαρία. Η WOOD
θεωρεί ότι η αγορά
αποτιμά υπερβολικά την
πολυπλοκότητα του
ομίλου, εκτιμώντας
συνολική απόδοση περίπου
29%.
Η Alpha
Bank
παρουσιάζει το υψηλότερο
θεωρητικό περιθώριο
ανόδου (περίπου 32%),
αλλά παραμένει ιστορία
εκτέλεσης. Οι εξαγορές,
η συνεργασία με τη
UniCredit
και η ενίσχυση των
προμηθειών αποτελούν
βασικούς καταλύτες, με
κρίσιμο σημείο την
παρουσίαση του νέου
μεσοπρόθεσμου σχεδίου το
2026.
Η Τράπεζα Πειραιώς
προβάλλεται ως πιο
μακροπρόθεσμη ιστορία
ανάπτυξης και διανομών,
με έμφαση στην αύξηση
ισολογισμού και στην
ενίσχυση των προμηθειών
μέσω της Εθνικής
Ασφαλιστικής. Ωστόσο, ο
χαμηλότερος δείκτης
CET1
σε σχέση με τον κλάδο
περιορίζει το περιθώριο
απορρόφησης πιθανών
αστοχιών.
Η Optima
Bank
ξεχωρίζει ως καθαρή
story
ανάπτυξης, με ισχυρή
πιστωτική επέκταση,
υψηλή κερδοφορία και
απουσία ιστορικών
κεφαλαιακών βαρών, ενώ η
Τράπεζα Κύπρου αποτελεί
το πιο «καθαρό»
εισοδηματικό όχημα, με
υψηλή ορατότητα διανομών
και ισχυρή κεφαλαιακή
βάση.
Πιστωτική επέκταση και
μακροοικονομικό υπόβαθρο
Η WOOD
υπογραμμίζει ότι η
πιστωτική επέκταση στην
Ελλάδα στηρίζεται κυρίως
σε επιχειρηματική και
επενδυτική ζήτηση και
όχι σε καταναλωτική
υπερθέρμανση. Το Ταμείο
Ανάκαμψης εκτιμάται ότι
μπορεί να καλύψει
περίπου 30%–37% της
σωρευτικής αύξησης
δανείων την περίοδο
2026–2028,
υποστηρίζοντας
μεσοπρόθεσμη πιστωτική
ανάπτυξη της τάξης του
5%–5,5%.
Συμπέρασμα
Σύμφωνα με την ανάλυση,
οι ελληνικές τράπεζες
δεν χρειάζονται πλέον
ένα νέο rerating
για να συνεχίσουν να
αποδίδουν. Το βασικό
ζητούμενο είναι η
απόδειξη ότι οι διανομές
κεφαλαίου είναι σταθερές
και επαναλαμβανόμενες,
ενώ η κερδοφορία
παραμένει ανθεκτική
ακόμη και σε περιβάλλον
χαμηλότερων επιτοκίων,
με τα αποτελέσματα να
καθαρίζουν σταδιακά από
έκτακτες επιβαρύνσεις.


|